Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2024

Τα ταξίδια με το KURO SIWO συνεχίζονται...

 


Από τη μαθήτρια του Γ1 Ι.Α




Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 1947

Απ΄ το πρωί όλα έδειχναν πως θα ήταν μια καλή, γεμάτη μέρα. Ξύπνησα από το μπότζι του πλοίου κι αμέσως βυθίστηκα σε μια γλυκιά γαλήνη, κοιτώντας από το μικρό φινιστρίνι της ταπεινής καμπίνας μου στη θάλασσα. Τα κύματά της έμοιαζαν να τρέχουν, να παρασύρονται από τη συνήθη βιασύνη του πρωϊνού και ταυτόχρονα να χτυπούν το πλοίο μ' ένα καθησυχαστικό, αλλά συνάμα μονότονο ήχο. 

Ντύθηκα βιαστικά και ανέβηκα στο κατάστρωμα για την πρώτη βάρδια της ημέρας, ανταλλάσσοντας λιγοστές, κοφτές, νυσταγμένες κουβέντες με τους υπόλοιπους ναύτες και έπιασα αμέσως δουλειά. Τα λεπτά της πρωινής μου βάρδιας κυλούσαν βασανιστικά, αργά και πολύ μονότονα, καθώς έστρωνα την καυτή πίσσα στο εσωτερικό του ταλαιπωρημένου πλοίου μας. Όσο δούλευα, αναμνήσεις εισέβαλαν στο μυαλό μου, κάνοντας τις σκέψεις μου να σφυροκοπούν...Ξαναβίωσα πολύβουες οικογενειακές μαζώξεις, παρατήρησα από μακριά αγαπημένα μου πρόσωπα, χαρούμενες, ηλιόλουστες κυριακάτικες βόλτες και βροχερά πρωινά του Σαββάτου. 

Όλα αυτά γέμισαν την ψυχή μου με θλίψη, απέραντο πόνο και μεγάλη νοσταλγία για την πανέμορφη, ξεχωριστή οικογένειά μου, που τόσο καιρό μπορώ μόνο ν' αναπολώ. Όταν πλέον ήρθε η πολυπόθητη στιγμή της αλλαγής, η λύπη με είχε κατακυριεύσει και σκυθρωπός κατευθύνθηκα προς την κουζίνα, για να επιτελέσω το δεύτερο καθήκον μου, δηλαδή να τακτοποιήσω κάποια σερβίτσια. Λόγω όμως των σκηνών και των αναμνήσεων που είχαν πλημμυρίσει το μυαλό μου, ήμουν αφηρημένος, με αποτέλεσμα οι περισσότερες πορσελάνες που κρατούσα, να κομματιαστούν στο ξύλινο, φθαρμένο πάτωμα του μαγειρείου. Δυστυχώς, αυτή η απερισκεψία μού στοίχισε πάμπολλες νυχτερινές βάρδιες, όμως δεν με πειράζουν πια, αφού καταπολεμώ την ανία και την εξάντληση, αγναντεύοντας τον έναστρο ουρανό, αναπολώντας τρυφερές αναμνήσεις... και η ώρα περνά, πιο γοργά, αν και πάντα κουραστικά.

Παρά όμως τις δύσκολες, ανθυγιεινές συνθήκες που επικρατούν εδώ, το εξουθενωτικό πρόγραμμα των ναυτών, τη νοσταλγία και την θλίψη για το σπίτι μας και την ακατανίκητη ανία που προκαλεί η ζωή στο απόλυτο γαλάζιο για πολύ καιρό, η ζωή στη θάλασσα κρύβει πολλά καλά, εμπειρίες και εικόνες αξέχαστες, που κάνουν τον νόστο και την καρτερία λιγότερο επίπονα...

Oι μαθητές ταξιδεύουν στις μακρινές θάλασσες, γνωρίζουν το ''Kuro Siwo'' και καταγράφουν στο ημερολόγιο την εμπειρία τους...

 

                                                                                                            

Από τη μαθήτρια του Γ2 Σ.Μ






Δευτέρα 11 Ιουνίου 1947

Γράφω, για να  περιγράψω και να  διηγηθώ τα γεγονότα που έχουν λάβει μέρος τις τελευταίες  οχτώ  μέρες, από  όταν άρχισε το ταξίδι. Το ταξίδι είναι πολύ κουραστικό, όλη μέρα μαγειρεύω στην κουζίνα του πλοίου μαζί με τους άλλους μάγειρες... ετοιμάζουμε τα γεύματα για τους εξαντλημένους από τις δύσκολες βάρδιες ναυτικούς. Η μέρα μου ξεκινάει με το πλύσιμο των πιάτων. Όταν κάνω δουλειές, ξεχνιέμαι από τη ζωή πίσω στο νησί, την αγαπημένη μου οικογένεια, τις κόρες μου, που έχουν γίνει ολόκληρες δεσποινίδες, τον σύζυγό μου και το σπίτι μας. Οι ναυτικοί περνάν και αυτοί δύσκολα, όπως όλοι μας άλλωστε… ανυπομονούν να λάβουν ένα γράμμα από τις  οικογένειες τους που τους περιμένουν να γυρίσουν από το ταξίδι. Δυστυχώς όμως τα γράμματα δεν φτάνουν στα χέρια τους… πολλές φορές χάνονται στην διαδρομή ή μπερδεύονται με άλλα γράμματα. Όλο το πλήρωμα είναι εξουθενωμένο κι από τις βάρδιες στο καράβι κι από τις δύσκολες καιρικές συνθήκες. Πολλές φορές μένουν ξάγρυπνοι τα βράδια από τις αυπνίες, την αγωνία και τον φόβο για το άγνωστο… Αχ και τι δεν θα ΄δινα κι εγώ και οι ναυτικοί, για να δούμε τις οικογένειές μας για ακόμη μια φορά πριν φύγουμε για το ταξίδι ή έστω να έφτανε στα χέρια μας ένα γράμμα τους… Περιμένω με ανυπομονησία το γράμμα που οι κόρες μου μού υποσχέθηκαν πριν φύγω… Ελπίζω μία από τις επόμενες μέρες να το έχω στα χέρια μου…


Από τη μαθήτρια του Γ2 Ε.Μ

Ξύπνησα νωρίς σήμερα, με το χάραμα. Η θάλασσα ήταν γαλήνια, ο ήλιος άρχισε να ξημερώνει και ο ουρανός έλαμπε με χρώματα. Ήταν μια πανέμορφη μέρα, ιδανική για ψάρεμα. Σήμερα, η βάρδια μου ξεκινούσε στις 6:00. Ήμουν ενθουσιασμένος, καθώς είχαμε προγραμματίσει ψάρεμα στα ανοιχτά. Φόρεσα τη στολή μου, πήρα το καλάμι μου και ανέβηκα στο κατάστρωμα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, τα κύματα έσκιζαν απαλά το πλοίο. Ο ήλιος άρχισε να ζεσταίνει τον ουρανό, τα δελφίνια έπαιζαν στα κύματα. Ήταν μια μαγευτική εικόνα. Ρίξαμε τα δίχτυα και περιμέναμε. Η ώρα περνούσε, η ατμόσφαιρα ήταν ήρεμη και γαλήνια. Ξαφνικά, νιώσαμε ένα τσίμπημα! Ένα ψάρι είχε πιαστεί στα δίχτυα! Τραβήξαμε τα δίχτυα με ενθουσιασμό. Ήταν γεμάτα με ψάρια! Ήταν μια επιτυχημένη ψαριά, νιώθαμε χαρούμενοι και γεμάτοι ενέργεια. Η ζωή του ναυτικού είναι γεμάτη με όμορφες στιγμές, όπως αυτή. Είναι μια ζωή γεμάτη με περιπέτειες, ομορφιά και έντονα συναισθήματα. Φυσικά, υπάρχουν και δύσκολες στιγμές, τρικυμίες, μοναξιά. Όμως, όλα αυτά ανταμείβονται με την ομορφιά της θάλασσας, την αίσθηση ελευθερίας, την συντροφικότητα του πληρώματος και την περηφάνια για το έργο που επιτελούμε. Σήμερα, νιώθω ευγνώμων για τη θάλασσα, περήφανος για το επάγγελμά μου και αισιόδοξος για το μέλλον. Η ζωή του ναυτικού μπορεί να είναι δύσκολη, αλλά είναι μια ζωή γεμάτη με ευχαρίστηση.



Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Όταν ο αγαπημένος ταξιδεύει στις θάλασσες...

 Από τον μαθητή του Γ1  Γ.Ι


Σκιάθος, 1899

Αγαπημένε μου, 

Πάνε μήνες που έχω να σε δω. Ελπίζω να είσαι καλά. Σου γράφω για να σου πω τα νέα μου. Τελευταία φορά είδα το καράβι σου να φεύγει από το εκκλησάκι της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Ήταν η μέρα που μαζί με τις άλλες γυναίκες παρακαλέσαμε την Παναγία να σας προστατεύει στο ταξίδι σας και σας ξεπροβοδίσαμε με ευχές. 

Μέρες τώρα αγναντεύω το πέλαγος και περιμένω την επιστροφή σου. Καθημερινά προσεύχομαι για σένα, για να έχεις την προστασία του Θεού. Μάλιστα χθες άφησα ένα τάμα στην εικόνα της Παναγίας, για να ευχαριστηθεί. Αγωνιώ πολύ για σένα, να μη σου τύχει κανένα κακό, όπως έτυχε στη Φλανδρώ. Μας διηγήθηκε την ιστορία της η γριά Συρραχίνα τις προάλλες που ανεβήκαμε στο ξωκλήσι μαζί με άλλες γυναίκες. Είχε κι αυτή άνδρα ναυτικό, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ σ' ένα από τα ταξίδια του. Ενώ φοβήθηκα πολύ από την ιστορία αυτή, πήρα δύναμη και κουράγιο ν' αντέξω τον πολύμηνο χωρισμό μας. 

Εδώ δεν έχει αλλάξει τίποτα. Καθημερινά φροντίζω για το παιδί κι ευτυχώς δε μας λείπει τίποτα. Συνεχώς με ρωτάει πότε θα επιστρέψεις και μου λέει ότι του λείπεις. Δεν υπάρχει βράδυ που να μη σε σκέφτομαι. Καρδιοχτυπώ όταν ακούω τις νύχτες το τραγούδι κάποιων γυναικών, γιατί ξέρω ότι σύντομα θα αποχαιρετήσουν κάποιο δικό τους πρόσωπο. Η μόνη μου παρηγοριά το παιδί και η επιστροφή σου. 


 Κι από τη μαθήτρια του Γ2 Ι.Κ

Πολυαγαπημένε μου άνδρα,

Με πόση ανυπομονησία περίμενα το γράμμα σου!. Χαίρομαι που είσαι καλά, αν και τόσο μακριά μας... Εμείς είμαστε όλοι καλά. Τα παιδιά πήραν βαθμούς! Τα πήγαν πολύ καλά!

Από το σπίτι μας λείπεις συνέχεια, είναι δύσκολα χωρίς εσένα. Αυτή η θάλασσα που μας χωρίζει είναι απέραντη...προσεύχομαι καθημερινά να έχεις ήρεμες θάλασσες και να γυρίσεις γρήγορα κοντά μας. Σε περιμένουμε με ανυπομονησία...!

Η πολυαγαπημένη σου γυναίκα


Δώσε κλότσο να κυλήσει, παραμύθι ν' αρχινήσει...

 Το παραμύθι του Α. Δ. από το Α΄3:

Το μαγικό τρένο

 


  Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι που ζούσε με την οικογένειά του στους πρόοδες ενός βουνού. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή, όμως οι γονείς του εργάζονταν σκληρά για να μη λείεψει ποτέ τίποτα σε αυτόν και τα αδέλφια του. Το αγαπημένο του μάθημα στο σχολείο ήταν η γεωγραφία, δίοτι όνειρό του ήταν να ταξιδέψει και να γνωρίσει από κοντά όλες τις χώρες του κόσμου. Ήταν πολύ καλός μαθητής, όμως ήξερε ότι δε θα έκανε ποτέ πραγματικότητα το όνειρό του, αφού, για να ταξιδέψει κανείς χρειάζεται πολλά χρήματα, και αυτός δεν τα είχε.

    Ένα βράδυ, ενώ κοιτούσε τα άστρα, ευχήθηκε να μπορούσε να πετάξει ψηλά στον ουρανό ώστε να δει από μακριά όλο τον κόσμο. Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του ένας κατάμαυρος ποντικός και του είπε με ανθρώπινη φωνή να βγει γρήγορα έξω από την αυλή. Τρομοκρατημένο το αγόρι βγήκε έξω και ... τι να δει; Ένα τρένο! Οι πόρτες του άνοιξαν και το μικρό αγόρι επιβιβάστηκε. 

    Ήταν ένα μαγικό τρένο, το οποίο πέταξε ψηλά στον ουρανό, έσκισε τα σύννεφα και έφτασε κοντά στο φεγγάρι. Το μικρό αγόρι ήταν ενθουσιασμένο, καθώς το όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Από το παράθυρό του μπορούσε να δει όλες τις χώρες, ακόμα και τους ανθρώπους. Κατάφερε να δει από μακριά όλα όσα μάθαινε και διάβαζε καθημερινά στο σχολείο.

    Όταν άρχισε να ξημερώνει, είχε φτάσει η ώρα να επιστρέψει στο σπίτι του. Ήταν πολύ ευτυχισμένος και ένα χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του. Φτάνοντας στο σπίτι του ευχαρίστησε το μαγικό τρένο που του πρόσφερε αυτές τις αξέχαστες στιγμές και, καθώς έμπαινε μέσα, αντίκρισε και πάλι τον κατάμαυρο ποντικό. Τον ευχαρίστησε κι εκείνον και πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του. 

    Από το επόμενο βράδυ, το αγόρι επισκεπτόταν από μια καινούργια χώρα για την οποία μάθαινε στο σχολείο. Όλοι μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας, αρκεί να πιστέψουμε σε αυτά. 


Άλλο ένα παραμύθι από την Μ. Κ. του Α΄3:

Οι μαγικοί καταράκτες

   


    Κάποτε υπήρχε ένας φτωχός, που είχε τρεις γιους: έναν σοφό, έναν σοφότερο και έναν που το όνειρό του ήταν να βρει τους μαγικούς καταρράκτες. Αυτόν τον τρίτο όλοι στο χωριό τον φώναζαν τρελό.

    Μια μέρα ο φτωχός πατέρας αρρώστησε βαριά. Ρώτησε τα παιδιά του αν μπορούσαν να τον γιατρέψουν και τους είπε πως είχαν τρεις ημέρες μόνο για να το πετύχουν. Ο πρώτος, ο σοφός, του έδωσε ένα πολύ καλό φάρμακο, αλλά τίποτα. Ο δεύτερος, ο σοφότερος, του έδωσε το καλύτερο φάρμακο του κόσμου, αλλά και πάλι τίποτα. Ο τρίτος, ο "τρελός" έφυγε αμέσως και γύρισε μετά από τρεις ημέρες. "Πατέρα, το βρήκα!", ανακοίνωσε στον πατέρα του και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Ο πατέρας απορώντας τον ακολούθησε.

    Πατέρας και γιος φτάσανε σε τρεις πανέμορφους καταρράκτες. Ο γιος του με περηφάνια του είπε:

- Να, πατέρα! Να οι μαγικοί καταρράκτες! Τόσα χρόνια όλοι με λέγατε τρελό, αλλά εγώ κοίτα τι έκανα! Σε γιάτρεψα, πατέρα! Σε γιάτρεψα!

- Από πού και ως πού με γιάτρεψες, παιδί μου;, αναρωτήθηκε ο πατέρας.

- Ο μύθος, πατέρα, λέει ότι όσοι έρχονται εδώ γίνονται καλά. Εδώ είναι οι μαγικοί καταρράκτες, εδώ είναι το μέρος όπου όλα τα μαγικά γίνονται, αρκεί να έχεις ένα πράγμα.

- Ποιο είναι αυτό, γιε μου; 

- Πίστη, πίστη χρειάζεται, πατέρα! 

Ο πατέρας γιατρεύτηκε και από τότε έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Ο Χ. Θ. από το Α΄3 εμπνεύστηκε το παραμύθι του από τη διαδικασία παρασκευής ψωμιού:

Η πολύχρωμη κοτούλα

 


  Μια πολύχρωμη κοτούλα ζούσε σε ένα αγρόκτημα μαζί με μια αγελάδα υπναρού, μια γατούλα ναζιάρα και ένα πονηρό μυρμήγκι. 

    Μια μέρα η πολύχρωμη κοτούλα βρίσκει σπόρους σιταριού.

- Ποιος θα με βοηθήσει να τα φυτέψω; , ρώτησε τα άλλα ζώα.

- Μου, μου, όχι εγώ, λέει η αγελάδα, πάω για ύπνο τώρα.

- Ούτε εγώ, λέει το ποντίκι.

- Εγώ κάνω νάζια τώρα, είπε και η γάτα.

- Τότε θα τους φυτέψω μόνη μου!

    Η πολύχρωμη κοτούλα φύτεψε όλους τους σπόρους και τους φρόντιζε κάθε μέρα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και φύτρωσαν στάχυα. Σύντομα μεγάλωσαν και έγιναν κίτρινα σαν τον ήλιο. 

- Ποιος θα με βοηθήσει να τα θερίσω;, ρώτησε.

- Μου, μου, όχι εγώ, λέει η αγελάδα. Νυστάζω.

- Ούτε εγώ!, απαντά το ποντίκι.

- Ούτε κι εγώ. Νιάου!

- Τότε θα θερίσω μόνη μου. 

    Πράγματι, η κότα θέρισε, αλώνισε και ξεκίνησε να πάει στον μύλο να το αλέσει.

- Ποιος θα με βοηθήσει να αλέσουμε το σιτάρι; 

-Μου, μου, όχι εγώ. Πάω για ύπνο. 

- Ούτε κι εγώ, λέει το ποντίκι.

- Νιάου! , έκανε η γάτα.

- Τότε θα το αλέσω μόνη μου. 

    Έτσι και έγινε. Το άλεσε ολομόναχη. Όταν το άλεσε, το έβαλε σε ένα σακί και κίνησε για να το ζυμώσει.

- Ποιος θα με βοηθήσει να ζυμώσουμε ψωμί; 

- Ααα, μου, μου, όχι εγώ.

- Ούτε κι εγώ, βέβαια, είπε το ποντίκι.

- Μπααα, ούτε κι εγώ! Νιάου!

- Τότε θα το φτιάξω μόνη μου. Η πολύχρωμη κοτούλα ζύμωσε και φούρνισε το ψωμί.

- Ποιος θα με βοηθήσει να το φάμε;, ρώτησε τότε τα άλλα ζώα. 

- Εγώ! Εγώ! Εγώ!, φώναξαν όλα τα ζώα.

- Μπααα! λέει η πολύχρωμη κοτούλα. Θα το φάω μόνη μου.

    Η πολύχρωμη κοτούλα έφαγε όλο το ψωμί μόνη και από τότε έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα. 

Το παραμύθι του Γ. Μ. από το Α΄3:

    Έναν καιρό και μια φορά, μπορεί τώρα ή παλιά, ήταν ένας άνθρωπος τίμιος και καλός που είχε πολλά πλούτη. Μπορούσε να έχει ό,τι ήθελε. Σύντομα όμως, τα έχασε όλα, γιατί δεν διαχειρίστηκε σωστά την περιουσία του και κατέληξε άστεγος. 

    Τρία χρόνια αργότερα, τον πλησίασε ένας άνθρωπος έξυπνος και εύπορος και τον ρώτησε:

- Πώς κατέληξες εδώ;

- Έχασα τα πάντα, επειδή δεν μπορούσα να διαχειριστώ τα πλούτη μου. 

    Τότε, παιδί μου, ο έξυπνος άνθρωπος του έδωσε όσα χρήματα χρειαζόταν για να ορθοποδήσει. 

    Μετά από λίγο καιρό ο έξυπνος άνθρωπος έπρεπε να πληρώσει ένα μεγάλο χρέος του. Πήγε στον πλούσιο και του ζήτησε λεφτά για βοήθεια. Ο πλούσιος όμως, αρνήθηκε και τον έδιωξε. 

    Ένα χρόνο αργότερα, ο έξυπνος είχε αποκτήσει ξανά την περιουσία του, ενώ ο πλούσιος είχε πάλι καταλήξει στους δρόμους. Όταν ξαναζήτησε από τον έξυπνο βοήθεια, εκείνος του είπε: 

- Έπρεπε να το σκεφτόσουν πριν μου κλείσεις την πόρτα στα μούτρα και έφυγε. 

    Όπως βλέπεις, λοιπόν, παιδί μου, πρέπει πάντα να ευχαριστούμε τους ανθρώπους που μας βοηθούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. 


Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Ένας γιος γράφει στον πατέρα του που ταξιδεύει στις θάλασσες...

 

Από τον μαθητή του Γ2 Γ.Κ

Αγαπημένε μου μπαμπά,


Καταρχάς δεν ξέρω για ποιον λόγο γράφω αυτό το γράμμα από τη στιγμή που δεν θα το δεις, αλλά δεν ξέρω πως αλλιώς να οργανώσω τα συναισθήματά μου. Να είσαι σίγουρος πως η παρουσία σου γίνεται όλο και πιο έντονη. Κάθε μεσημέρι, όταν καθόμαστε για να φάμε, είναι πολύ σιωπηλά χωρίς να ακούμε τις δικές σου ναυτικό ιστορίες. Επιπλέον τα σαββατόβραδα έχουμε καταλήξει να μην κάνουμε τίποτα και να νοσταλγώ τις μέρες που παίζαμε όλο το βράδυ επιτραπέζια.

« Γίνομαι κομμάτια» κάθε φορά που με ρωτάνε για εσένα και τι δουλειά κάνεις. Έχει γίνει ρουτίνα να βλέπω φωτογραφίες σου και να μην ξέρω καν αν ζεις. Το ξέρω πως δουλεύεις σαν σκυλί και στερείσαι την οικογένεια για να μη μας λείπει τίποτα αλλά το σημαντικότερο που μου λείπει είσαι εσύ. Να ξέρεις πως η μαμά και τα κορίτσια πηγαίνουν συνέχεια σε κάμποσα εκκλησάκια και προσεύχονται για σένα. 

Περιμένω πως και πως όταν έρθεις σπίτι για να σου πω αυτά που νιώθω, σε έχω ανάγκη σε πολλά πράγματα και δεν είσαι δίπλα μου. Νιώθω ότι  είμαι μόνος μου παγιδευμένος σε έναν τοίχο που δε σπάει με τίποτα. Πιστεύω ότι η απελπισία με κατακλύζει, όταν προσπαθώ να θυμηθώ την φωνή σου και να μην τα καταφέρνω. Την άλλη βδομάδα κλείνουν τέσσερα χρόνια που έχω να σε δω από την τελευταία φορά. Ελπίζω να περνάς καλά στο ναυτικό και να έρθεις σύντομα.

Με αγάπη 

Ο γιος σου

 

                                                                                                                                 

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

Mύθι, μύθι, παραμύθι....

 

Το πιο γλυκό ψωμί έγινε η μαγιά για τα δικά μας παραμύθια..

Από τη μαθήτρια του Α2 Φ. Μ

Η εσωτερική ομορφιά κερδίζει



Μια φορά και έναν καιρό, σ' έναν τόπο μακρινό, ζούσε ένας αγρότης με τη γυναίκα του και τις δύο κόρες του. Η οικογένειά του ζούσε φτωχικά, σε μια μικρή καλύβα με λιγοστά χωράφια και ζώα. Η μεγάλη κόρη του αγρότη ήταν πολύ όμορφη, με μεγάλα, γαλανά μάτια, πυκνά κατάξανθα μαλλιά, λευκό δέρμα και κόκκινα χείλη. Απ' όπου κι αν περνούσε, όλοι τη θαύμαζαν για την ομορφιά της. Η καρδιά της όμως ήταν σκληρή, γεμάτη έπαρση και εγωισμό. Δε βοηθούσε τους γονείς της κι όλη μέρα ασχολούταν με την εμφάνισή της. Η μικρή του κόρη δεν ήταν εξίσου όμορφη, αντιθέτως είχε άσχημη όψη με λεπτά χείλη και μικρά καστανά μάτια. Όμως η ψυχή της ήταν γεμάτη αγάπη, καλοσύνη και δοτικότητα. Καθημερινά βοηθούσε τους γονείς της στις δύσκολες εργασίες τόσο στα χωράφια και στα ζώα, όσο και στο σπίτι, χωρίς να δυσανασχετεί. 

Ένα πρωινό, ο φτωχός αγρότης βρήκε στο δρόμο του ένα παλικάρι τραυματισμένο, με σχισμένα ρούχα και λιπόθυμο. Αμέσως ο αγρότης τον μετέφερε στο σπίτι του. Εκεί η γυναίκα του και η μικρή του κόρη τον περιποιήθηκαν. Του περιποιήθηκαν τις πληγές, του έδωσαν καθαρά ρούχα και ζεστό φαγητό. Ο ξένος ήταν ένα πριγκιπόπουλο που δεν φανέρωσε την πραγματική του ταυτότητα στους φτωχούς αγρότες. Αργά το βράδυ εμφανίστηκε μπροστά του η μεγάλη κόρη. Ο πρίγκιπας τα έχασε από την ομορφιά της και η καρδιά της φτερούγισε. Έτσι, αποφάσισε να παρατείνει τη διαμονή του στο φτωχικό σπίτι, για να γνωρίσει καλύτερα την πανέμορφη αυτή κοπέλα. 

Την επόμενη μέρα, ο αγρότης ξεκίνησε για τα χωράφια, η μικρή κόρη με τη μητέρα άρχισαν τις καθημερινές δουλειές, που τις περισσότερες φορές ήταν σκληρές. Η μεγάλη κόρη κοιτιόταν μπροστά στον καθρέφτη και χτένιζε τα πλούσια μαλλιά της. Το βράδυ μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι για το δείπνο όλοι... εκτός από τη μεγάλη κόρη, η οποία δεν καταδέχτηκε να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον πρίγκιπα, πιστεύοντας ότι ήταν ένας φτωχός επαίτης. Η μικρή κόρη όμως, που ήταν κουρασμένη, με χαμόγελο στα χείλη, του σέρβιρε, όπως έκανε και στους γονείς της. Τότε ο πρίγκιπας κατάλαβε πόσο καλή και γενναιόδωρη ψυχή είχε η κοπέλα αυτή. 

Το επόμενο πρωί ο ξένος είχε φύγει, δεν πρόλαβε να τον χαιρετήσει... Η οικογένεια συνέχισε την καθημερινότητα, όπως την ήξερε. Το βράδυ, όταν μαζεύτηκαν για φαγητό, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού τους κι εμφανίστηκε ο ξένος ντυμένος πρίγκιπας, με όμορφα, ακριβά ρούχα. Γύρω του, οι αυλικοί κρατούσαν πλούσια δώρα και χρυσό. Όλοι σάστισαν μόλις τον αντίκρισαν, εκτός από τη μεγάλη κόρη που έτρεξε αμέσως κοντά του, σίγουρη για τον εαυτό της, πιστεύοντας ότι ο πρίγκιπας γύρισε γι' αυτήν. Ο πρίγκιπας όμως την αγνόησε, προχώρησε και γονάτισε μπροστά στη μικρή κόρη, ζητώντας την να τον παντρευτεί. Έμειναν τότε όλοι έκπληκτοι, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Ο εγωισμός και ο ναρκισσισμός της μεγάλης κόρης δεν το άντεξε αυτό και με θυμό τον ρώτησε πώς είναι δυνατόν να επιλέγει αυτή την γυναίκα για γυναίκα του, αφού δεν ήταν όμορφη όπως αυτή. Ο πρίγκιπας τότε με σιγουριά της απάντησε: "Όντως, δεν είναι όμορφη όπως εσύ! Η ομορφιά όμως είναι εφήμερη, ενώ η ομορφιά της αδελφής σου θα είναι παντοτινή. Κι αυτό γιατί δε βρίσκεται στο πρόσωπο, αλλά στην ψυχή της!". 

Έτσι, ο πρίγκιπας παντρεύτηκε τη μικρή κόρη του αγρότη, που έγινε μια καλόκαρδη, πονόψυχη πριγκίπισσα που βοηθούσε όλον τον κόσμο. 


Από τον μαθητή του Α2 Γ.Π

Ο πειρατής και το φανταστικό νησί



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας πειρατής, ψηλός και ογκώδης, που όλοι τον φοβόνταν. Όμως, παρά την άγρια όψη του, ήταν πολύ καλός και άκακος. 

Του άρεσαν πάρα πολύ τα ταξίδια. Ήθελε να πηγαίνει, να εξερευνά και ν' ανακαλύπτει καινούργιους τόπους, καινούργια νησιά. Αποφάσισε λοιπόν μια μέρα να κάνει ένα τεράστιο ταξίδι ως τα πέρατα του κόσμου. Φόρτωσε το καράβι του με τρόφιμα για πολλές μέρες, κι άφησε πρώτα το πλήρωμά του να ξεκουραστεί. Ξεκίνησε στη συνέχεια το ταξίδι...

Ταξίδευε για πάνω από ένα μήνα. Μετά από φορτούνες, καταιγίδες και πελώρια κύματα, στεριά ακόμα δεν είχαν δει. Άρχισαν ν' απογοητεύονται.. Ξαφνικά όμως εμφανίστηκε ένα νησί, που σαν αυτό δεν είχαν ξαναδεί. 

Ήταν ένα καταπράσινο νησί, με πολύχρωμα δέντρα και λουλούδια, καταπράσινο γρασίδι και πλούτο από φρούτα. Καθώς πλησιάζουν κοντά, όλοι ενθουσιάζονται με το τοπίο. Ωστόσο κάτι τους άφηνε άφωνους, χωρίς να πιστεύουν στα μάτια τους. Τα δέντρα και τα λουλούδια μιλούσαν! Μιλούσαν στους πειρατές και τους καλωσόριζαν στο νησί τους. Η έκπληξη ήταν τόσο μεγάλη, που για μια στιγμή φοβήθηκαν και ήθελαν να φύγουν. Όμως ο καλός πειρατής βρήκε τον τρόπο να τα πλησιάσει, να επικοινωνήσει ήρεμα και φιλικά μαζί τους. Έτσι κατάφεραν να συνυπάρξουν στο νησί γι' αρκετές μέρες...

Όταν ήρθε η ώρα, έφυγαν ενθουσιασμένοι και γεμάτοι όρεξη για νέες περιπέτειες και νέες εξερευνήσεις. 

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

Και η έμπνευση για παραμύθια συνεχίζεται...

Το μπλε λουλούδι

Από την Ε. Σ. του Α΄4
 

    Μια φορά κι έναν καιρό, σ'  ένα πολύ μακρινό παλάτι, ζούσε ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η πριγκίπισσα Ιζαμπέλ. Η Ιζαμπέλ ήταν γνωστή όχι μόνο για την ομορφιά, αλλά και για την ευγένειά της. 

    Μια μέρα η πριγκίπισσα αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί είπαν πως μόνο το μπλε λουλούδι μπορεί να την λυτρώσει από αυτή την αρρώστια.

    Πρίγκιπες από όλο το βασίλειο κατέφθασαν στο παλάτι για να ζητήσουν την άδεια του βασιλιά να ψάξουν για το μπλε λουλούδι, αλλά κανένας δεν μπόρεσε να το βρει. 

    Η πριγκίπισσα χειροτέρευε μέρα τη μέρα. Κάποια μέρα, έφτασε στο παλάτι ένας άντρας και ο βασιλιάς του είπε πως έχει μόνο τρεις ημέρες να  φέρει το μπλε λουλούδι, αλλιώς η Ιζαμπέλ θα πέθαινε. 

    Ο νεαρός πρίγκιπας ξεκίνησε το ταξίδι του... Έψαχνε, έψαχνε, μα τίποτα. Ώσπου συνάντησε τυχαία έναν γέροντα.

    - Η πριγκίπισσα Ιζαμπέλ είναι πολύ άρρωστη και χρειάζεται το μπλε λουλούδι για να σωθεί. Μήπως ξέρεις πού βρίσκεται;, τον ρώτησε.

    - Ο μύθος λέει πώς βρίσκεται στο βουνό των πάγων. Όμως το φυλάει ένας γίγαντας μοναχικός και απόμακρος. Λένε ότι και αυτός κάποτε ήταν πρίγκιπας, αρρώστησε βαριά, μύρισε το μπλε λουλούδι, έγινε καλά, αλλά μεταμορφώθηκε σε γίγαντα, απάντησε ο γέροντας.

    Ο πρίγκιπας τον ευχαρίστησε και συνέχισε το ταξίδι του για το βουνό των πάγων. Όπως καταλαβαίνετε, όταν έφτασε εκεί, είδε ότι όλα ήταν από πάγο: το παλάτι του γίγαντα, ο θρόνος του, ακόμα και το κουτί που έκρυβε το μπλε λουλούδι. 

    Ο πρίγκιπας μίλησε στον γίγαντα για την πριγκίπισσα. Ενώ ο γίγαντας του εξηγούσε ότι το μπλε λουλούδι είναι μαγεμένο, ο πρίγκιπας το άρπαξε και έκανε να φύγει. Αμέσως ο γίγαντας έπεσε κάτω και έγινε αόρατος. Ο πρίγκιπας απόρησε. Γιατί συνέβη αυτό; 

    Τι να ήταν άραγε το μπλε λουλούδι; 


Η Μ.Πρ. γράφει το παραμύθι της για να περάσει το μήνυμα να μην κρίνουμε τους ανθρώπους αυστηρά και σκληρά. 

     


 
 Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μαγεμένο δάσος ζούσε ένα μικρό αγόρι με τους γονείς του. Καθώς ήταν απόμακροι, κανείς από τους κατοίκους του δάσους δεν τους συμπαθούσε.  

    Μια μέρα ο δάσκαλος του χωριού αποφάσισε να πάει τους μαθητές του μια εκδρομή. Το μικρό αγόρι δεν ακολούθησε τον δάσκαλο και χάθηκε μέσα στο δάσος. Ενώ περιπλανιόταν, βρέθηκε ξαφνικά σε ένα έρημο και σκοτεινό μέρος. Κανείς δεν ήταν εκεί για να τον βοηθήσει, ώσπου μια νεράιδα πεντάμορφη ήρθε να τον παρηγορήσει λέγοντάς του ότι θα τον οδηγήσει πίσω στο σπίτ του. Οι γονείς του αγοριού δεν άργησαν να μάθουν τα άσχημα νέα και πανικόβλητοι άρχισαν να ψάχνουν τον γιο τους , χωρίς όμως, αποτέλεσμα.

    Ώρες αργότερα, το μικρό αγόρι με τη βοήθεια της νεράιδας επέστρεψε στο σπίτι του. Οι γονείς χαρούμενοι έσφιξαν τον γιο τους στην αγκαλιά τους. Κέρασαν όλο το χωριό στην υγειά του μονάκριβού τους, αφήνοντάς τους όλους έκπληκτους. 

    Τότε ήταν που όλοι κατάλαβαν ότι είχαν τους κρίνει πολύ αυστηρά και έτσι, ζήτησαν συγχώρεση. Το ζευγάρι έμεινε έκπληκτο από τη στάση τους και συγχώρεσε όλο το χωριό. 

    Από τότε έζησαν όλοι στο χωριό αρμονικά κι εμείς ακόμα πιο αρμονικά.


Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...