Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΒΑΝΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΒΑΝΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Οι μαθητές επιλέγουν τη δική τους εκδοχή για την τύχη που είχε το γράμμα του Βάνκα

Ο Κ.Σ. από το Α΄4 γράφει:

    Το επόμενο πρωί βρήκε τον Βάνκα ταλαιπωρημένο από το κρύο της νύχτας έχοντας νωπά ακόμα τα γλυκά όνειρα που έβλεπε με τον παππού του όλο το βράδυ. Σιγά σιγά, προσπαθώντας να είναι αθόρυβος για να μην τον πάρει είδηση ο Αλιάχιν, θυμήθηκε ότι ο παππούς του, πριν φύγει, του είχε δώσει ένα σημείωμα με την ακριβή διεύθυνση του σπιτιού στο χωριό. Την έγραψε στον φάκελο και βγήκε γρήγορα γρήγορα έξω στην παγωμένη Μόσχα, κατευθύνθηκε προς το ταχυδρομείο και έριξε το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο γεμάτος με ανάμικτα συναισθήματα ελπίδας και αισιοδοξίας. 

    Έτσι βασανιστικά πέρασαν πολλές μέρες χωρίς καμιά απόκριση. Ο Βάνκας περίμενε μάταια. Πώς να ξέρει μια αθώα ψυχή, άλλωστε, πως ο παππούς του είχε πεθάνει λίγες μέρες πριν προλάβει να πάρει το γράμμα; 

    Οι απελπισμένες σκέψεις του όμως, που ήταν αποτυπωμένες στο χαρτί βρήκαν αποδέκτη τη δεσποινίδα Όλγα Ιγκνάτιεβνα. Διάβασε το γράμμα έντρομη για όλα τα βάσανα που περνούσε ο Βάνκας και αποφάσισε ότι κάτι έπρεπε να κάνει για να τον βοηθήσει. Θυμήθηκε το γράμμα που της είχε στείλει λίγο καιρό πριν η μητέρα της που έμενε στη Μόσχα. Ήταν πολύ άρρωστη και χρειαζόταν κάποιον να την φροντίζει. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, η δεσποινίδα Όλγα αποφάσισε να πάει στη Μόσχα, μιας και τίποτε δεν την κρατούσε στο χωριό. Λίγες μέρες μετά, κατέφθασε στη Μόσχα για να φροντίζει τη μητέρα της και να βοηθήσει με κάποιο τρόπο τον Βάνκα. 

Ο Π. Κ. από το Α΄4 γράφει:

    Καθώς ο Βάνκας πήγε να ρίξει το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο, του έπεσε στο χιόνι. Το σήκωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά το γράμμα είχε ήδη καταστραφεί. Βρήκε χαρτί και το ξαναέγραψε, αλλά δεν είχε φάκελο, ούτε και λεφτά για να αγοράσει καινούργιο. Σκέφτηκε να φτιάξει έναν αυτοσχέδιο και αυτό έκανε. Όμως, κατά τη μεταφορά ο φάκελος διαλύθηκε,επειδή ήταν αυτοσχέδιος. Παρόλο που ο Βάνκας ήταν περήφανος για τον εαυτό του, που σκέφτηκε αυτή τη λύση, το γράμμα του δεν παραδόθηκε ποτέ στον παππού του.  

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Και αν η πόρτα άνοιγε ξαφνικά και έμπαινε στο σπίτι ο Αλιάχιν την ώρα που ο Βάνκας έγραφε το γράμμα στον παππού του;


Η Ν. Σ. από το Α΄4 φαντάζεται τον δικό της διάλογο:


Πολυαγαπημένε μου παππού, ...

    Ξαφνικά, το αφεντικό με αρκετή δύναμη σπρώχνει με το πόδι του την πόρτα. Ο Βάνκας τρομαγμένος κρύβει γρήγορα το γράμμα, πριν προλάβει να το δει το αφεντικό του.

- Είναι δυνατόν; Τι κάνεις εκεί; Πήγαινε γρήγορα να φροντίσεις το μωρό!

- Χίλια συγγνώμη, αφεντικό! 

- Τι κρύβεις εκεί; 

- Τίποτα σπουδαίο. Απλώς γράφω ένα γράμμα στον παππού μου, γιατί είναι ο μόνος που μου έχει απομείνει.

- Δε σου έχω πει να με ενημερώνει για καθετί που κάνεις; Δε θα ασχοληθώ άλλο μαζί σου. Τρέχα να φροντίσεις το μωρό, αλλιώς απολύεσαι!

- Μα... θέλω να το στείλω στον παππού μου. 

    Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιγής, ο Αλιάχιν πλησιάζει αργά τον Βάνκα και εκεί που δεν το περίμενε, τον χτυπά δυνατά στο μάγουλο. Ο Βάνκας τρέχει κλαμένος με το χέρι στο πρόσωπό του σκουπίζοντας τα αίματα. 

Ο Κ. Σ. του Α΄4 γράφει τον δικό του διάλογο ανάμεσα στον Βάνκα και τον Αλιάχιν:

    Καθώς ο Βάνκας έβαζε το γράμμα στον φάκελο, ξαφνικά, άκουσε την πόρτα του τσαγκαράδικου να τρίζει. Κοίταξε και είδε το αφεντικό του να μπαίνει.

- Από τώρα ήρθε; Πωωω!, είπε το μικρό παιδί και έτρεξε να κρύψει το γράμμα. Όμως, δεν πρόλαβε.

- Τι κάνεις εκεί, μικρέ; 

- Τίποτα δεν κάνω.

- Γιατί δεν προσέχεις το παιδί; 

- Εεε... έφτιαχνα κάτι παπούτσια.

- Αφού δε βλέπω εργαλεία.

- Αλήθεια σας λέω.

    Ο Αλιάχιν σήκωσε το χέρι και χτύπησε τον Βάνκα στο πρόσωπο.

- Αυτό για να μη μου ξαναπείς ψέματα. Τώρα δώσε μου αυτό που κρατάς. Αλλιώς ...

- Καλά, καλά! Είναι ένα γράμμα. 

- Για ποιον; 

- Για τον παππού μου στο χωριό.

- Δώστο μου τώρα! 

- Ορίστε!

- Τι διαβάζω εδώ, μικρέ;

- Την αλήθεια! Μου συμπεριφέρεστε πολύ άσχημα εδώ.

- Τιιι; Εμείς;;; Πήγαινε τώρα να φροντίσεις το μωρό και μην ξανακούσω τέτοιες σαχλαμάρες από το στόμα σου

Άλλη μία μαθήτρια από το Α΄4, η Κλ. Χ. φαντάζεται τον δικό της διάλογο:

- Βάνκα, τι κάνεις εκεί; Ξέρεις πως δε σε πληρώνουμε τζάμπα!

- Μα δε με πληρώνετε καν! Και επίσης, θέλω να σας πω πως δεν έχουν μείνει ούτε αποφάγια. Τι να φάω; 

- Τίποτα! Και πώς τολμάς και μου αντιμιλάς εμένα; 

- Σας παρακαλώ! Μη με χτυπάτε με τη ζώνη! Πονάω πολύ!

- Αυτό θέλω! Το μωρό κλαίει! Πήγαινε να το πάρεις!

- Μα δε σταματάει! Τα χέρια μου πονάνε! Μη με χτυπάτε! Θέλω να φύγω!

- Σταμάτα και κράτα το μωρό!

- Εντάξει, αφεντικό!

    Λίγο αργότερα ο Βάνκας με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του γράφει την τελευταία φράση στο γράμμα.

Παππού μου, πριν λίγο το αφεντικό με χτύπησε πολύ. Σε παρακαλώ, πάρε με από δω!

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2024

 

Η μαθήτρια του Α1 Ε.Α γράφει τη δική της συνέχεια της ιστορίας του Βάνκα...

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στον φάκελο που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα ένα καπίκι. Χαρούμενος που θα συναντούσε τον παππού του έτρεξε να βαλει το γράμμα σε ένα από τα κουτιά που του είχαν πει την προηγούμενη μέρα τα παιδιά του χασάπη!!!επέστρεψε όταν άρχισε να νυχτώνει και το αφεντικό του ήταν πολύ νευριασμένο, δεν τον ένοιαζε όμως γιατί είχε στο μυαλό του το χωριό, τον παππού του και τα σκυλιά...

Το επόμενο πρωί ο ταχυδρόμος πέρασε και μάζεψε τα γράμματα από όλα τα γραμματοκιβώτια και άρχισε να μοιράζει τα γράμματα παντού. Όταν έφτασε στο γράμμα του Βάνκα άρχισε να συλλογίζεται σε ποιον μπορει να άνηκε το γράμμα…ξαφνικά θυμήθηκε το αγόρι που είχε γνωρίσει πριν κάποιες μέρες. Επειδή το είχε συμπαθήσει θέλησε να τον βοηθήσει, είχε μάθει ότι είχε έναν και μοναδικό συγγενή που έμενε μακριά και δεν μπορούσε να τον επισκεφτεί! Έτσι σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα που υποτίθεται ότι το γράφει ο παππούς του και να λέει πόσο πολύ του έχει λείψει και ότι θα ερχόταν όσο πιο γρήγορα μπορούσε διότι δεν ήθελε να βασανίζεται.

Λίγες μέρες αργότερα....

Ο Βάνκας περίμενε με ανυπομονησία το γράμμα του παππού του. Ώσπου κάποια μέρα ήρθε ο ταχυδρόμος! Ο Βάνκας τρελαμένος από την χαρά του χαιρέτησε γρήγορα τον ταχυδρόμο και διάβασε το γράμμα. Καταχάρηκε και άρχισε να ετοιμάζει τα πράγματα του. Περίμενε μέρες, μήνες και στο τέλος έχασε τις ελπίδες του... Έμαθε από αυτό και δεν την ξαναπάτησε έτσι...

Ο μαθητής του Α1 Γ.Α δίνει τη δική του εκδοχή...

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στον φάκελο, που είχε αγοράσει, την προηγούμενη μέρα, ένα καπίκι. Έπειτα, ο Βάνκας έγραψε πάνω του, τη διεύθυνση  και τ’ όνομα του παραλήπτη, του παππού του! Ευτυχισμένος και χαρούμενος ο Βάνκας, βγήκε έξω στον  δρόμο κι έψαξε για το κοντινότερο ταχυδρομικό κουτί. Όταν το είδε ενθουσιάστηκε! Πρώτη φορά έβλεπε ταχυδρομικό κουτί! Δίστασε λίγο, αλλά τελικά πέρασε το γράμμα του μέσα από τη χαραμάδα του κουτιού. Έτρεξε γρήγορα στο τσαγκαράδικο, για να μην τον καταλάβει το αφεντικό του. Όταν βράδιασε, κατάκοπος ξάπλωσε στο κρεβάτι του, αλλά ο ύπνος δεν τον έπαιρνε... Το μυαλό του συνέχεια σκεφτόταν τον παππού του κι αν θα λάμβανε σύντομα το γράμμα του για να τον πάρει πίσω στο χωριό του. Μία εβδομάδα πέρασε και το γράμμα έφτασε στα χέρια του παππού του. Ο παππούς του διάβασε το γράμμα του εγγονιού του και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα πόνου και οργής. Την επόμενη, κιόλας, ημέρα, στεναχωρημένος κι αγανακτισμένος, πήρε ένα κάρο κι έφυγε για τη Μόσχα. Ο Κωσταντής Μακάριτς κατέφτασε στο τσαγκαράδικο του Αλιαχίν, μάζεψε όλη του τη δύναμη και πέρασε το κατώφλι της εισόδου. Ο Βάνκας, αμέσως, είδε τον παππού του. Έτρεξε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε με λυγμούς. Ο παππούς του, του χάιδεψε το κεφάλι με τρυφερότητα. Χωρίς πολλά λόγια, μάζεψε τα λιγοστά πράγματά του και ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής. Τώρα πια κανείς δε θα τους χώριζε...

 


Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

 

Μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας από τον μαθητή του Α1 Ε. Α


...Έβαλε το γράμμα στον φάκελο, του έβαλε ένα γραμματόσημο κι έγραψε πάνω του:

«Οδός Λέων του Ίσαυρου 3, Σμόλενσκ, Ρωσία».Πήγε στο κοντινότερο κουτί, έριξε τον φάκελο μέσα και γύρισε στο μαγαζί.Μία μέρα αργότερα, ο παππούς του μπήκε μέσα στο μαγαζί φωνάζοντας.

-      Βάνκα! Πού είσαι παιδί μου;

-      Εδώ παππού!

-      Έλα, ήρθα να σε πάρω.

     Μπήκαν  μέσα στη άμαξα με την οποία είχε έρθει ο παππούς, κι έφυγαν μακριά από το αφεντικό του Βάνκα, το οποίο κοιμόταν βαθιά, χωρίς να ξέρει πως έχασε έναν πολύτιμο βοηθό...

 

 Ο Βάνκας έτρεξε στο κοντινότερο κουτί και πέρασε το πολύτιμο μήνυμά του στη χαραμάδα...

Μαζί με τ' άλλα γράμματα...

Τι απέγινε όμως το γράμμα του Βάνκα..; 

Ο μαθητής του Α1 Γ.Α, εκφράζει τις σκέψεις του μέσα από μια ζωγραφιά...




Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Ο Βάνκας: μια διαφορετική εξέλιξη της ιστορίας...

 Έλα γρήγορα, αγαπημένε μου παππού, για όνομα του Θεού. Σε παρακαλώ, πάρε με από δω! Λυπήσου με το δύστυχο ορφανό, γιατί όλοι με δέρνουν και πεινάω πολύ. Και έχω τόση στενοχώρια που δεν ξέρω πώς να σου την πω. Όλο κλαίω, παππού. Και μια μέρα το αφεντικό μού 'δωσε μια στο κεφάλι με το καλαπόδι, τόσο δυνατά που έπεσα κάτω και έλεγα πως δε θα σηκωθώ. Δεν είναι ζωή αυτή, χειρότερη και από του σκύλου… Χαιρετίσματα στην Αλιόνα, στον Ιγκόρ το στραβό και στον αμαξά. Και τη φυσαρμόνικά μου να μην την δώσεις σε κανέναν. O εγγονός σου, Ιβάν Ζούκοφ, αγαπημένε μου παππού, έλα.


…Ο Βάνκας ετοίμαζε τον φάκελο , όταν ξαφνικά το αφεντικό του μπήκε μέσα. Αμέσως τον έκρυψε κάτω από το ποδαράκι του τρέμοντας:

-Τι κάνεις εκεί παλιόπαιδο; τον ρώτησε.

-Τίποτα τίποτα. απάντησε.

 -Σήκω επάνω!

               

 Ο Βάνκας σηκώθηκε ρίχνοντας τον φάκελο κάτω να μην φανεί. Ο Αλιάχιν τον ρήμαξε στο ξύλο, <<δεν μπαίνουμε σε χώρους χωρίς να ρωτήσουμε >> του έλεγε με υψηλό τόνο.

Παρ’ όλα αυτά το αφεντικό του έφυγε γιατί τον φώναξε η γυναίκα του. Ο Βάνκας τότε πήρε το γράμμα και το έκρυψε σε ένα συρτάρι , τρέχοντας. Έπειτα πήγε στην κούνια του μωρού, όπως έκανε κάθε βράδυ, για να κοιμηθεί. Σκεφτόταν τι θα κάνει με το γράμμα.

Την επόμενη μέρα , περίπου τέσσερις η ώρα, όταν πια ο Βάνκας είχε ξυπνήσει ενώ οι υπόλοιποι όχι , το έσκασε…Πήγε να αφήσει το γράμμα στο ταχυδρομείο και τα κατάφερε, χωρίς να τον καταλάβει κανείς.

 Επέστρεψε σπίτι και τον πήρε ο ύπνος κατευθείαν. Ονειρεύτηκε τον παππού να ανοίγει το γράμμα και να κλαίει από συγκίνηση. Του άρεσε τόσο αυτό το αίσθημα…

Από τη μαθήτρια του Α2 Α.Μ

Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...