Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

Γράμματα σ' αυτούς που ταξιδεύουν στις θάλασσες...

 

Από τη μαθήτρια του Γ2 Κ.Μ

Αγαπημένε μου μπαμπά, 

Πώς είσαι; Ελπίζω οι μέρες να κυλούν ήρεμα εκεί... Εγώ και η μαμά δεν τα πάμε πολύ καλή. Τσακωνόμαστε συνέχεια. Λέει πως δεν βοηθάω καθόλου στις δουλειές του σπιτιού, όμως εγώ θέλω να επικεντρωθώ στα μαθήματά μου. Εύχομαι να ήσουν εδώ, σίγουρα θα ήξερες πώς να με συμβουλεύσεις!

Η καθημερινότητά μου δεν έχει αλλάξει πολύ, όπως τα ξέρεις. Κάθε πρωί ξυπνάω στις 6:00, να ετοιμαστώ για το σχολείο και να φάω πρωινό. Μετά η μαμά με πηγαίνει εκεί περπατώντας. Στο σχολείο περνάω τέλεια, ήρθε μια καινούρια κοπέλα, η Χριστίνα. Γνωριστήκαμε και τώρα είμαστε κολλητές φίλες. Εκείνη έχει χάσει τον μπαμπά της. Όταν μου το είπε, στεναχωρήθηκα πολύ κι ένιωσα ευγνώμων που μπορώ και σε βλέπω, έστω κι αν είναι για λίγο καιρό.

Στα μαθήματα είμαι πρώτη, η κυρία Κωνσταντίνα είπε στη μαμά ότι έχει ανέβει πολύ η επίδοσή μου, γι' αυτό η μαμά χθες με άφησε να παίξω μέχρι αργά με την Χριστίνα. 

Μου λείπεις πολύ, μπαμπά, μετράω τις μέρες αντίστροφα μέχρι να γυρίσεις. Όταν λάβεις το γράμμα μου απάντησέ μου, θέλω πολύ να μάθω κι εγώ πώς περνάς. Σ' αγαπάω πολύ!

Με αγάπη

Η κορούλα σου

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Θάλασσα, πικροθάλασσα, γιατί να σ' αγαπήσω...

 

Από τη μαθήτρια του Γ1 Κ.Α


Ημερολόγιο, 

η ζωή ενός ναυτικού έχει γοητεία και αίγλη τέτοια που ποτέ αλλού δε συναντά άνθρωπος...Επαφή και συνύπαρξη με το θαλάσσιο στοιχείο, αγαλλίαση και εναρμόνιση με το περιβάλλον, περιπέτειες και ταξίδια. Η θάλασσα σού ανοίγει ορίζοντες, σε βάζει σε σκέψεις, δίνει ζωντάνια στα όνειρα, στα βιώματα, στη ζωή την ίδια. Ο θαλασσοπόρος νιώθει ανίκητος, δυνατός και ελεύθερος, θυμίζει σφριγηλό και ρωμαλέο θαλάσσιο ίππο. Η θάλασσα όλα τα γιατρεύει...

Η εικόνα της θάλασσας με τράβηξε κι εμένα ν' ακολουθήσω τη ζωή του ναυτικού και σπίτι μου να κάνω τη θάλασσα και τη λαμαρίνα. Κι εγώ πώς να γνωρίζω πως πριν ν' απολαύσω τη γλύκα του ταξιδιού, θα πρέπει να μυηθώ σε άλλα ξένα και δύσβατα μονοπάτια; Ο ύπνος είναι δύσκολος και συχνά τον στερείσαι, αφού οι βραδινές βάρδιες είναι τακτικές. Η στεριά είναι σταθερή, αλλά η θάλασσα είναι ανίκητη, απείθαρχη, σου προκαλεί ζαλάδα και αρρώστιες τις οποίες δεν είναι εύκολο ν' αντιμετωπίσεις καταμεσής του πελάγους. Ο ναυτικός οφείλει να προσαρμόζεται στο κλίμα που, από τόπο σε τόπο, από λιμάνι σε λιμάνι μεταβάλλεται και διαφέρει. Από την άλλη, τα καιρικά φαινόμενα είναι απρόσμενα και δημιουργούν αντίξοες συνθήκες μετακίνησης. Ένα από τα πιο συχνά είναι η πυκνή νυχτερινή ομίχλη που περιορίζει την ικανότητα να παρατηρούμε τα φώτα που εκπέμπουν οι φάροι..

Ο ναυτικός δεν έχει σταθερή οικία, είναι νομάς. Τα ταξίδια που καλείται να πραγματοποιήσει είναι μακροχρόνια. Τον πνίγει η μοναξιά και πλήττεται από την ανία και τη μονοτονία του καραβιού. Βρίσκεται μακριά από τ' αγαπημένα του πρόσωπα και την πατρίδα του. Κυριεύεται από πόνο, απόγνωση και θλίψη που δεν μπορεί να επιστρέψει. Νοσταλγεί μνήμες ερωτικές, οικογενειακές, θλιβερές, αλλά και ευχάριστες. Ακόμη κι ο ίδιος αμφισβητεί αν έχει σκοπό στη ζωή του ή απλώς τον παρασύρει η ομορφιά της θάλασσας και τα μυστήρια που αυτή κρύβει....

Παραμύθια και διδακτικές ιστορίες...

 Ο Λίο και οι εφιάλτες

Από τη μαθήτρια του Γ2 Κ.Μ



Μια φορά και έναν καιρό, σ' ένα μακρινό νησί ζούσε ένα μικρό αγόρι, ο Λίο. Ο Λίο ζούσε ευτυχισμένος με τους γονείς του. Ξυπνούσε κάθε μέρα, έτρωγε πρωινό, πήγαινε στο σχολείο του, έπαιζε με τους φίλους του και έκανε όσα κάνει ένα αγόρι της ηλικίας του.

 Από τότε που ξεκίνησε όμως το Γυμνάσιο, άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Κάθε βράδυ, όταν πήγαινε για ύπνο, έβλεπε κάποια περίεργα πλάσματα. Μια φορά μάλιστα είχε δει ένα ψάρι με πόδια αλόγου, βλέμμα ανθρώπου και χέρια χιμπατζή να γυροφέρνει στο δωμάτιό του! Κάθε βράδυ έβλεπε και κάτι άλλο. Δεν ήθελε να πηγαίνει για ύπνο, διότι φοβόταν πολύ αυτά τα περίεργα πλάσματα. Δεν το είπε σε κανέναν όμως, ούτε στους γονείς του ούτε σε κάποιον
από τους φίλους του, για να τον βοηθήσουν. Σκεφτόταν ότι θα τον κοροϊδέψουν και θα τον πουν μωρό. 

Μια μέρα όμως, πριν πάει για ύπνο, σκέφτηκε: "Είσαι πολύ ώριμος για να βλέπεις εφιάλτες, Λίο, σύνελθε επιτέλους!". Ακούμπησε τότε το κεφάλι στο μαξιλάρι και προσπάθησε να κοιμηθεί. Μετά από λίγη ώρα όμως, άκουσε την ντουλάπα του να κάνει έναν περίεργο θόρυβο και τότε είδε δυο μεγάλα πράσινα μάτια να τον κοιτάζουν κατάματα. Τα πόδια του είχαν μουδιάσει και κρύος ιδρώτας έπεφτε από το μέτωπο. Έτσι, δεν άντεξε άλλο και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο δωμάτιο των γονιών του. Τους τα εξήγησε όλα, . Τους είπε: "Εδώ και αρκετό καιρό βλέπω κάποια περίεργα όνειρα, ξέρω ότι είμαι αρκετά μεγάλος , για να βλέπω ακόμα τέτοιους εφιάλτες, αλλά, σας παρακαλώ, βοηθήστε με να το ξεπεράσω". Τότε οι γονείς του τον πήραν μια αγκαλιά και του είπαν: "Είναι φυσιολογικό να βλέπεις κάποιες φορές εφιάλτες, μπορεί να φταίει το άγχος ξέρεις... υπάρχει όμως ένας τρόπος να το αντιμετωπίσεις. Κάθε βράδυ, όταν θα πηγαίνεις για ύπνο, θα σκέφτεσαι τ' αγαπημένα σου πρόσωπα κι έτσι κανείς ποτέ δε θα σε ξαναενοχλήσει. Και πίστεψέ μας, δεν είσαι ο μόνος που βλέπει εφιάλτες... για ρώτα και τους φίλους σου αύριο στο σχολείο..."

Όταν ο Λίο  την επόμενη μέρα πήγε σχολείο, ρώτησε τους φίλους του: "Παιδιά, εσάς σας έχει τύχει να βλέπετε στον ύπνο σας περίεργα πλάσματα;" "Ξέρω ότι θ' ακουστεί περίεργο, αλλά εγώ βλέπω κάθε βράδυ ένα πελώριο κουνούπι με φτερά στρουθοκαμήλου" είπε ο φίλος του ο Μάρκ. "Κι εγώ βλέπω ότι πέφτω από μεγάλα ύψη" συμπλήρωσε ο Άλεξ. Έτσι, οι τρεις φίλοι άρχισαν να γελάνε με όλα αυτά τα περίεργα που έβλεπαν κάθε βράδυ. Και τόσο πολύ γέλασαν, που κανείς δεν ξαναείδε πια εφιάλτη. 

Η ιστορία αυτή μας διδάσκει ότι ό,τι και να μας συμβαίνει, πρέπει να μιλάμε γι' αυτό και να μην το κρύβουμε, γιατί όσο το κρύβουμε, τόσο πιο πολύ θα το κουβαλάμε μέσα μας...

Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...