Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

Οι μαθητές του Α1 εμπνέονται από τα παραμύθια κι εμπνέουν γράφοντας τα δικά τους...

 

Ο κακότροπος βασιλιάς


Από τον μαθητή του Α1 Γ.Γ

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Όμως ήταν κακότροπος, φωνακλάς, άδικος, βασάνιζε τους υπηκόους του και δεν τους έδινε φαγητό. Όποιον του αντιμιλούσε, τον σκότωνε. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος. Ώσπου μια μέρα συνεννοήθηκαν να φύγουν όλοι οι κάτοικοι από τη χώρα, χωρίς να τους πάρουν είδηση. Την άλλα μέρα έψαχνε τους εργάτες του, χτυπούσε πόρτες, παράθυρα, αλλά κανείς δεν ήταν εκεί. Θύμωσε, φώναξε και απείλησε, αλλά τίποτα.

-      -Φέρτε τους πίσω, διέταξε.

-    -  Βασιλιά μου, δεν έρχονται, δεν αντέχουν άλλο αυτή την συμπεριφορά.

Έκατσε και σκέφτηκε πολύ, ήρθαν και οι σοφοί σύμβουλοι.

-      -Έχουν δίκαιο βασιλιά μου οι εργαζόμενοι, το βασίλειο ερήμωσε, τα χωράφια ξεράθηκαν, τα ζώα πέθαναν της πείνας και τα σπίτια χορτάριασαν.

Και τότε πήρε την μεγάλη απόφαση.

-      -Καλέστε τους πίσω και θα τους δώσω ό,τι θέλουν.

Πράγματι έτρεξαν οι ντελάληδες και τους έφεραν πίσω. Ο βασιλιάς τους μίλησε για τα δικαιώματα τους και τους έδωσε ό,τι τους χρωστούσε. Με πολύ κέφι και χαρά άρχισαν να εργάζονται! ι:¨﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ζσμ

τΈκαναν έναν δυνατό και ευτυχισμένο βασιλιά και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.


Τα πολύτιμα μήλα

Από τον μαθητή του Γ1 Γ.Α


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας  καλόκαρδος άνθρωπος , που ζούσε σε ένα μακρινό χωριό. Εκείνος ο άνθρωπος, κάθε μέρα, περνούσε από ένα χωράφι με μηλιές και μάζευε μήλα για τα φτωχά παιδιά. Μια μέρα, ο ιδιοκτήτης του χωραφιού είδε τον άνθρωπο να μαζεύει μήλα από το χωράφι του και νόμιζε ότι τα έκλεβε. Τότε, ο ιδιοκτήτης άρχισε να φωνάζει και να κυνηγάει τον άνθρωπο, ώσπου τον έπιασε. Ο καλόκαρδος άνθρωπος του εξήγησε πως δεν κλέβει τα μήλα, αλλά τα μαζεύει για να τα δώσει στα φτωχά παιδιά. Ο ιδιοκτήτης δεν το πίστευε, ωστόσο όταν είδε τα παιδιά, όλα άλλαξαν... Από τότε ο άνθρωπος και ο ιδιοκτήτης έγιναν φίλοι και καθημερινά πήγαιναν μαζί τα μήλα στα παιδιά! Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!


Ο δράκος της Τιφλίδας

Από τον μαθητή Γ. Κ


Μια φορά κι έναν καιρό, στις παλιές εποχές της Τιφλίδας, υπήρχε ένας μύθος για έναν τεράστιο δράκο που ζούσε κάτω από τον πύργο της πόλης. Σύμφωνα με την προφητεία, ένας θνητός θα μπορούσε ν' αντιμετωπίσει τον κίνδυνο που τον απειλούσε,  τον δράκο που περιπλανιόταν στα στενά σοκάκια της πόλης. 
Ένας νέος, ο Λεβάν, ξεχώριζε ανάμεσα στους κατοίκους της Τιφλίδας για το θάρρος και την ευσπλαχνία του. Ο δράκος, ψάχνοντας παντού για τον εκλεκτό, διαπίστωσε πως ο  Λεβάν είχε κάτι ξεχωριστό. Ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να αισθανθεί την παρουσία του και κρατούσε  ωστόσο το θάρρος του αναλλοίωτο. 
Καθώς ο δράκος περιπλανιόταν στα πλακόστρωτα καλντερίμια, ο Λεβάν συνειδητοποίησε την απειλή. Με ανδρεία καρδιά αποφάσισε ν' αντιμετωπίσει το τέρας. Με μια αγωνιώδη μάχη που διήρκεσε ώρες, ο Λεβάν τα κατάφερε. 
Ο δράκος, συνειδητοποιώντας τη δύναμη και την αξιοπρέπεια του Λεβάν, αποφάσισε να εγκαταλείψει την Τιφλίδα. Ο Λεβάν, ήρωας πια της πόλης, κέρδισε τον σεβασμό των πολιτών κι έγινες σύμβολο ανδρείας και αλληλεγγύης. 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

Αλίμονο σ΄ αυτούς που μένουν...

Από μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν.


«Kώστα! Βρε Κώστα! Το παλτό να πάρεις! Θα αρπάξεις καμία πούντα αν βγεις έτσι έξω!», φώναζε η Μαίρη κυνηγώντας τον μικρό Κώστα μέσα στο σπίτι. «Κώστας; Γύρισε ο Κώστας απ’ τα ξένα;!», αναφωνεί και η γριά από το αναπηρικό αμαξίδιο. «Καλά κρασιά κι εσύ, γριά σαλεμένη», μουρμουρίζει η Μαίρη και καταφέρνει τον μικρό Κώστα να βάλει το παλτό του. Μάθανε σήμερα πως μαζεύανε τα γράμματα για τους ναυτικούς και έπρεπε οσοδήποτε να φτάσει το γράμμα της στον Νίκο.


Ο Νίκος, ο γιος της γριάς, ήταν ναυτικός, πολλά χρόνια, και κοσμογυρισμένος. Τίμιο κι εργατικό παλικάρι, με μια χρυσή καρδιά. «Έμοιασε του Κώστα», καυχιότανε η γριά, πριν σαλέψει, στις άλλες γριές όποτε πίναν τον καθιερωμένο απογευματινό καφέ στο σπίτι της γριάς Συρραχίνας. Ο Κώστας ήταν, φυσικά, ο άντρας της γριάς. Ώσπου μια μέρα έπεσαν σε φουρτούνα και πάει ο Κώστας, πνίγηκε. Εκεί ήταν που η γριά έχασε τα λογικά της και άρχισε να ξεχνάει πρόσωπα, μέρη, ονόματα. Όταν ο Νίκος παντρεύτηκε την Μαίρη, η γριά την νόμιζε για την κόρη της την Ελένη που μετακόμισε στην Κρήτη σαν πήρε άντρα κρητικό.

Η Μαίρη δε… η γριά ουδέποτε της γέμισε το μάτι. Προσπάθησε να πείσει τον Νίκο να πάνε στην Κάλυμνο στους δικούς της, οι οποίοι θα είχανε γλυκάνει πλέον με τα εγγόνια, και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους εκεί. Αλλά ο Νίκος εκεί, ξερό κεφάλι, πώς ν’ αφήσει πίσω το νησί και τη γριά τη μάνα του; Κι αναγκάστηκε η Μαίρη, από εκεί που περηφανευόταν πως καλοπαντρεύτηκε άντρα ναυτικό, να ταΐζει δυο μωρά και την γριά του Νίκου. Αυτή ονειρευόταν σπίτι αρχοντικό, σα το πατρικό της, όχι το καλύβι της γριάς.

Η Μαίρη ήταν καλοαναθρεμμένη, κόρη του σπουδαιότερου ιχθυοκαλλιεργητή, όπως ήθελε να το αποκαλεί, της Καλύμνου. Όταν γνώρισε τον Νίκο, τότε νέο παλικάρι μόνο 20 χρόνω κι αυτή κοπέλα στα 17 της, νόμιζε πως ήταν ναυτικός σπουδαίος, πλούσιος, ακόμη και καπετάνιος. Τα παρουσίαζε όπως ήθελε, όμως, για να μην παραδεχτεί πως ερωτεύτηκε ένα φτωχό ναυτάκι. Υποστήριξε πως έπεσε θύμα κοροϊδίας μετά τον γάμο, αλλά η μάνα της η γάτα, γνήσια Καλυμνιά, βλέπεις, την κατάλαβε. Τα μαρτυράει στον άντρα της, εκείνος της ρίχνει ένα χαστούκι και την διώχνει. Τί να κάνει η καημένη, πάει με τον Νίκο στο νησί. Το νησί, η χειρότερη κατάρα για την Μαίρη. Ζούσε σε μια φτωχογειτονιά, σ’ ένα φτωχό καλύβι, κι έβλεπε τα βρώμικα βοσκόπουλα να τρέχουν ξυπόλητα έξω απ’ το παραθύρι της και να της ζητιανεύουν φαΐ. «Κυρά-Μαίρη σήμερα σου περίσσεψε κανένα κομμάτι ψωμί να φάμε κι εμείς;», ρωτούσαν εκείνα. Έκλεινε τις κουρτίνες με φόρα και σχεδόν έβγαζε καπνούς από τα αυτιά της. «Όχι! Να πάτε σπίτια σας!», φώναζε και την άκουγε όλη η γειτονιά.

Και μέσα όλα αυτά, είχε και τα παιδιά. Ο Κώστας, ο μικρός, και η Αθηνά, η μεγάλη. Η Αθηνά κάτι έκανε. Ήταν 12 χρονών και ήδη έραβε και κένταγε καλύτερα κι από την Μαίρη. Η Αθηνά, και όχι Αθηνούλα, όπως επέμενε ο Νίκος να την φωνάζει και έκανε την Μαίρη να ωρύεται, σκούπιζε, σφουγγάριζε, μαγείρευε, έπλενε, έπλεκε, διάβαζε, έγραφε, χόρευε. Η Μαίρη το είχε καμάρι πως είχε πάρει από το δικό της σόι. Ο Κώστας, και όχι Κωστάκης, όπως επέμενε ο Νίκος να τον φωνάζει και έκανε την Μαίρη να ωρύεται, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Έβγαινε ξυπόλητος, χωρίς παλτό κιόλας, να παίξει με τα βοσκόπουλα. Η Μαίρη είχε χάσει πια κάθε ελπίδα. Τόσα γονίδια στράφι, πήγε και πήρε το παιδί από τον Νίκο.

Και η καθημερινότητα για την Μαίρη ήταν αγγαρεία. Σήκω το πρωί, ντύσου, πλύσου, μαγείρεψε, τάισε, στείλε τα μικρά σχολείο, φρόντισε τη γριά, καθάρισε, πλύνε, ράψε, κέντα, πάρε τα μικρά, διάβασέ τα, βάλτα για ύπνο, κοιμήσου. Και ξανά και ξανά και ξανά… Κι ο άντρας της; Έκανε βάρδιες στο κατάστρωμα. Πάντα έλλειπε. Είχε φτάσει πλέον στο αμήν. Μέσα στο καταχείμωνο, στην μαύρη νύχτα, ανέβαινε γονατιστή στην Παναγιά την Κατευοδώτρα, άναβε το καντήλι και το κερί και έκανε τάματα. Να γυρίσει μόνιμα ο άντρας της, να πάρουν τα παιδιά και να φύγουν. «Κι από μένα ό,τι θες, Παναγίτσα μου. Θα εκκλησιάζομαι κάθε Κυριακή. Θα ανάβω κεριά και λαμπάδες στο όνομά σου. Λαμπάδες ίσαμε το μπόι τ’ αντρός μου. Θα πάω να μονάσω στη Μονή Αγίας Τριάδας στο Πιθάρι.», παρακαλούσε και παρακαλούσε. Της είχε γίνει έμμονη ιδέα.

Και το γράμμα που τσακίστηκε να στείλει στον Νίκο τα έγραφε όλα αυτά μέσα:

Aγαπημένε μου Νίκο,

Δεν θα σε ρωτήσω πώς τα περνάς ή αν βλέπεις όμορφα μέρη. Θέλω απλώς να σου εκμυστηρευτώ τις σκέψεις μου. Βλέπεις, είσαι πολύ καλός άντρας με μια πολύ αγνή ψυχή. Ποτέ δεν μου φέρθηκες άσχημα. Δεν με χτύπησες. Δεν με κακολόγησες. Στα 10 χρόνια του γάμου μας ήσουν υπόδειγμα συζύγου. Δεν μετάνιωσα ούτε λεπτό που σε παντρεύτηκα, που σε αγάπησα. Και τα παιδιά μας είναι η μεγαλύτερη ευλογία. Τα σπουδαιότερα δώρα, δοσμένα απ’ τον θεό τον ίδιο.

Όμως, δεν ήταν αυτό που ονειρευόμουν για μένα. Πες με φιλόδοξη και, αγάπη μου, θα έχεις δίκιο. Πες με αχάριστη, φαντασμένη και πάλι θα έχεις δίκιο. Προσπάθησε όμως, χρυσέ μου, να με καταλάβεις.
Με πνίγει η ρουτίνα. Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ ούτε να σε έχω συνεχώς μακριά μου ούτε να κάθομαι στο καλύβι με την γριά και να ακούω τους παραλογισμούς της. Θα σε παρακαλέσω πολύ να βρεις τι θα κάνουμε. Αν θες να με κρατήσεις κοντά σου, η γριά να φύγει από το σπίτι.

Μου ήρθε γράμμα από την μάνα μου. Μετάνιωσε, λέει, ο πατέρας μου και με θέλει πίσω στο αρχοντικό. Και θέλει κι εσένα, να γνωρίσει τον γαμπρό του. Και τα παιδάκια μας, να τα κακομάθει όπως κακόμαθε και τα παιδιά του.
Ξανασκέψου το, σε παρακαλώ.

Τα φιλιά και την αγάπη μου,
Μαίρη

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Η Ελένη έχει αποκαλύψει το κινητικό της πρόβλημα στη Βερόνικα. Οι μαθητές ξαναγράφουν την επιστολή της στη Βερόνικα.

 


Ο Π. Ρ. από το Α΄4 φαντάζεται την Ελένη να γράφει:

Αγαπητή Βερόνικα,

Πολύ στενοχωριέμαι με όσα βιώνεις, διότι αντιλαμβάνομαι τον πόνο σου. Τα ίδια βιώνω κι εγώ για τα κινητικά προβλήματα που έχω. Δεν είναι λίγες οι φορές που είναι κλειστές οι διαβάσεις των αναπήρων από παρκαρισμένα αμάξια. Ο περισσότερος κόσμος δεν ανέχεται ούτε σέβεται το διαφορετικό. Νιώθω την ίδια αγανάκτηση με σένα. 

Συχνά, καθώς είμαι στον δρόμο,νιώθω να με κοιτάζουν παράξενα που βρίσκομαι σε αναπηρικό αμαξίδιο. Απ' τη μια αισθάνομαι περίεργα, αλλά από την άλλη, νιώθω τόσο καλά που ζω. Απεχθάνομαι ειδικά τους ανθρώπους που κάνουν πως δε με βλέπουν.

Πιστεύω πως η αντίληψη του κόσμου κάποια στιγμή θα αλλάξει απέναντι στα άτομα με αναπηρία ή στα άτομα από άλλη χώρα, όπως είσαι εσύ. Θα πρέπει να καταλάβουν πως οι άνθρωποι με αναπηρία μπορούν να συνεχίσουν να ζουν κανονικά. Το ίδιο ισχύει και για όσους κατάγονται από άλλη χώρα. 

Θα πρέπει να τελειώσω το γράμμα μου, διότι αύριο είναι η πρώτη μου προπόνηση με την εθνική ομάδα γυναικών παραολυμπιακών αγώνωνμπάσκετ. Έχω μεγάλη αγωνία, γιατί θα πιάσω μετά από πολύ καιρό μπάλα μπάσκετ. Μόνο που δε θα τρέχω εγώ, αλλά το καροτσάκι μου! 

Χίλια γλυκά φιλιά,

Ελένη

Η Ν. Σ. από το Α΄4 γράφει:

Αγαπημένη μου Βερόνικα, 

Στενοχωριέμια πολύ με όλα αυτά που σου συμβάινουν. Σε νιώθω απόλυτα. Πόσο λυπάμαι που βιώνεις παρόμοιες καταστάσεις με τις δικές μου! Δε θα ήθελα να βιώνει κανένας αυτό τον ρατσισμό, ειδικά ένα αγαπημένο μου πρόσωπο όπως εσύ. Είναι απίστευτο πόσο δύσκολο είναι για τους ανθρώπους να δεχτούν το διαφορετικό. Οι γείτονές σας είναι τελείως απαράδεκτοι με τη συμπεριφορά τους. Ούτε καν μπορώ να διανοηθώ πώς μπορούν να μιλούν με τέτοιο τρόπο κρίνοντας  μόνο και μόνο από την καταγωγή! 

Μη νομίζεις ότι κι εγώ δεν αντιμετωπίζω αντίστοιχες καταστάσεις στην καθημερινότητά μου! Δεν μπορούν να δεχτούν κάτι διαφορετικό όπως είναι η αναπηρία που βιώνω εγώ. Σιχαίνομαι τους ανθρώπους που, κάθε φορά που περνάω δίπλα τους, με κοιτάνε λες και είμαι κάτι το τελείως "εξωγήινο". Οι χειρότεροι είναι οι δήθεν διακριτικοί, που μπορεί να χρειάζεσαι τη βοήθειά τους και απλώς να σε προσπερνούν. Είνια τραγικό που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η αναπηρία είναι κάτι φυσιολογικό και τη βιώνουν πολλοί άνθρωποι, όπως κι εγώ.

Πρέπει να δείξουμε υπομονή. Οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν, αλλά απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και από την κοινωνία και από εμάς, καθώς πρέπει να τους δείχνουμε τον σωστό δρόμο. 

Σου στέλνω τα φιλιά μου και τις ευχές μου για δύναμη και κουράγιο. Μην το βάζεις κάτω και όλα θα πάνε καλά. 

Σ' αγαπώ πολύ και σε νιώθω απόλυτα.

Φιλιά,

Ελένη

Το γράμμα της Α. Τσ. από το Α΄4:

Αγαπημένη μου, Βερόνικα,

Πολύ στενοχωρήθηκα με όσα δυσάρεστα σου συμβαίνουν τώρα τελευταία. Έχεις δίκιο. Η ζωή καμιά φορά είναι σκληρή μαζί μας. Τώρα ξέρω πολύ καλά, επειδή το βιώνω κι εγώ, πως "Ο δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς".

Συμμερίζομαι την αγανάκτησή σου. Ο περισσότερος κόσμος δεν ανέχεται το διαφορετικό. Αδιαφορεί για τον ανάπηρο, σιχαίνεται τον μελαμψό και μισεί όποιον δεν είναι σαν αυτόν. Εκείνο που με πληγώνει περισσότερο είναι ο οίκτος και η υποκρισία που δείχνουν για το πρόβλημά μου. Σιχαίνομαι αυτούς που καμώνονται πως δεν αντιλαμβάνονται τι σημαίνει άνθρωπος με κινητικά προβλήματα. Αυτούς που νομίζουν πως είμαι ανήμπορη και με προσπερνούν ή στρέφουν το βλέμμα αλλού μόλις με αντικρίσουν. Αυτοί είναι οι χειρότεροι. 

Είμαι βέβαιη πως τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. 

Δε σου γράφω περισσότερα, γιατί αύριο είναι μεγάλη μέρα. Θα δώσουμε τον τρίτο αγώνα μπάσκετ σε αναπηρικό αμαξίδιο και πρέπει να κοιμηθώ νωρίς για να είμαι σε φόρμα.

Ελένη

Η Μ. Πρ. από το Α΄4 :

Αγαπημένη μου, Βερόνικα,

Πολύ στενοχωρήθηκα με όσα δυσάρεστα σου συμβαίνουν τώρα τελευταία. Έχεις δίκιο. Δεν είσαι η μόνη. Και σε μένα συμβαίνουν αυτά. Μπορώ να σε καταλάβω. Δεν πρέπει να ντρέπεσαι για την καταγωγή σου. Μην τους δίνεις σημασία. Πιστεύω ότι σε λίγο καιρό θα ηρεμήσουν τα πράγματα. 

Δε σου κρύβω όμως, ότι, παρά τις συμβουλές που σου δίνω, κι εγώ ντρεπόμουν να σου πω ότι έχω κινητικά προβλήματα. Ξέρεις, εδώ, όλοι με λένε παράξενη, με κοροϊδεύουν και πολλά άλλα. Έπειτα όμως, ξέρεις τι κατάλαβα; Ότι δεν τους έχουμε ανάγκη! Βαρέθηκα πια! Θα ζήσουμε τη ζωή όπως μας αξίζει! 

Τήρησε τος συμβουλές μου και όλα θα αλλάξουν. Θα δεις! Έχε μου εμπιστοσύνη.

Πολλά φιλιά, 

Ελένη    


Η Ελένη και η Βερόνικα συναντιούνται. Πώς θα είναι άραγε η πρώτη συνάντηση των κοριτσιών;



Η μαθήτρια Λ. Ρ. από το Α΄4 γράφει:

Μια μέρα η Ελένη και η Βερόνικα αποφάσισαν να συναντηθούν. Ήταν και οι δύο πολύ χαρούμενες, αν και η Ελένη ήταν αγχωμένη για την αντίδραση της Βερόνικας. 

- Γεια σου, Ελένη! Πόσο ανυπομονούσα να βρεθούμε!

- Γεια σου, Βερόνικα! Κι εγώ είμαι πολύ ενθουσιασμένη.

- Να σου πω την αλήθεια, καλή είναι και η αλληλογραφία, αλλά το να σ'  έχω δίπλα μου είναι υπέροχο.

- Συμφωνώ. Θέλω να σου πω ότι είσαι πιο όμορφη απ'  ό,τι σε φανταζόμουν.

- Σε ευχαριστώ πολύ! Κι εσύ είσαι πανέμορφη. Όμως... να σε ρωτήσω κάτι; 

- Ναι, φυσικά.

- Γιατί δεν μου το είπες από την αρχή; 

- Φοβόμουν ...

- Τι φοβόσουν; 

- Ότι θα με κοιτούσες με τον ίδιο οίκτο που με κοιτάζουν όλοι.

- Μα είναι δυνατόν; Είσαι φίλη μου και σε αγαπάω όπως είσαι. Έτσι κάνουν οι φίλοι.

- Δηλαδή, ακόμα κι έτσι θα συνεχίσεις να είσαι φίλη μου; 

- Μα φυσικά! Θα ήθελα και να σε ευχαριστήσω για τη βοήθεια και τη στήριξή σου στο πρόβλημα που αντιμετώπισα με τους γείτονές μου.

- Οπως είπες κι εσύ, έτσι κάνουν οι φίλοι, Βερόνικά μου!

Τα δυο κορίτσαι συνέχισαν τη βόλτα τους συζητώντας, γελώντας και περνώντας ευχάριστα την ώρα τους.

Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...