Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν.
Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε
«Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,
τί όλον τον κόσμο ανείγειρα και τίποτες δεν ήβρα».
Ο ένας πιάνει το μυστρί κι άλλος τον ασβέστη,
πιάει και ο πρωτομάστορας να ρίξει μέγα λίθο.
Δειλιάζει ο πρωτομάστορας, τον λίθο να τον ρίξει,
μια σκέψη και μοναδική τον νου του βασανίζει.
Η λυγερή αν σκοτωθεί, μονάχος του θα μείνει
στενάχωρος και άκληρος, τη λυγερή να κλαίει.
Μάνα, πατέρας, χωριανοί μαζί του να πενθούνε,
κι ας όλοι πλέον ξέρουνε τα αίτια του θανάτου.
Φωνάζουν οι μάστορες, στριγγάνε οι μαθητάδες
«Τί περιμένεις, μάστορα, τον λίθο δεν τον ρίχνεις;
Σάμπως αν την αφήσουμε το ίδιο δεν θα είααι;
Για τ’ άτιμο γεφύρι αυτό, που να σταθεί δεν λέει,
λύση έδωσες το πουλί και οφείλεις να τ’ ακούσεις»
Η λυγερή συνέχιζε τ’ αντρός της να μιλάει
αλλά απάντηση ουδέν, ο άντρας συλλογιέται,
αλάλιασε το κεφάλι του να βρεί τι θε να κάνει.
Η καρφιά εβρόνταγε, την λογική να πολεμήσει
και να σωθεί η λυγερή, η νεαρή γυναίκα.
Βήματα ακούγονται, γυρνάνε, τί να δούνε;
Ο αδερφός της λυγερής κοντά τους περπατάει.
Την αδελφή αντίκρισε, στην πρώτη την καμάρα
κι αμέσως την ετράβηξε για να την βγάλει έξω.
Ο αδερφός εθύμωσε, τί έγινε νογάει
«Την αδελφή μου βρήκατε, απάνθρωποι εργάτες;
Έξυπνη είναι, όμορφη, στολίδι για το σπίτι.
Άλλη γυναίκα στο χωριό δεν θέλατε να βρείτε;
Πιο άξια και πιο καλή από αυτήν δεν θα δείτε.
Αμ, βέβαια, ο πρωτομάστορας να πάρει την ευθύνη»
Σωπάνε όλοι οι μάστορες και από φόβο τρέμουν,
σιωπή μεγάλη απλώθηκε και η λυγερή να κλαίει
φοβούμενη τον άντρα της και τις κακές βουλέψεις,
για το γεφύρι τούτο δω που να σταθεί δεν λέει.
Βαστάει ο αδερφός την λυγερή και φεύγουν
προορισμός τους το χωριό και πίσω δεν κοιτάνε.
Η λυγερή τον πρωτομάστορα ποτέ δεν ξαναείδε,
ο γάμος καταστράφηκε και η πληρωμή του ήρθε,
που βούλησε την λυγερη να την δολοφονήσει.
Πενθεί ο πρωτομάστορας την λυγερή γυναίκα,
που ούσα όμως ζωντανή, σ’ αυτόνε δεν ανήκει.
«Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,
τί όλον τον κόσμο ανείγειρα και τίποτες δεν ήβρα».
Ο ένας πιάνει το μυστρί κι άλλος τον ασβέστη,
πιάει και ο πρωτομάστορας να ρίξει μέγα λίθο.
μια σκέψη και μοναδική τον νου του βασανίζει.
Η λυγερή αν σκοτωθεί, μονάχος του θα μείνει
στενάχωρος και άκληρος, τη λυγερή να κλαίει.
Μάνα, πατέρας, χωριανοί μαζί του να πενθούνε,
κι ας όλοι πλέον ξέρουνε τα αίτια του θανάτου.
«Τί περιμένεις, μάστορα, τον λίθο δεν τον ρίχνεις;
Σάμπως αν την αφήσουμε το ίδιο δεν θα είααι;
Για τ’ άτιμο γεφύρι αυτό, που να σταθεί δεν λέει,
λύση έδωσες το πουλί και οφείλεις να τ’ ακούσεις»
αλλά απάντηση ουδέν, ο άντρας συλλογιέται,
αλάλιασε το κεφάλι του να βρεί τι θε να κάνει.
Η καρφιά εβρόνταγε, την λογική να πολεμήσει
και να σωθεί η λυγερή, η νεαρή γυναίκα.
Ο αδερφός της λυγερής κοντά τους περπατάει.
Την αδελφή αντίκρισε, στην πρώτη την καμάρα
κι αμέσως την ετράβηξε για να την βγάλει έξω.
«Την αδελφή μου βρήκατε, απάνθρωποι εργάτες;
Έξυπνη είναι, όμορφη, στολίδι για το σπίτι.
Άλλη γυναίκα στο χωριό δεν θέλατε να βρείτε;
Πιο άξια και πιο καλή από αυτήν δεν θα δείτε.
Αμ, βέβαια, ο πρωτομάστορας να πάρει την ευθύνη»
σιωπή μεγάλη απλώθηκε και η λυγερή να κλαίει
φοβούμενη τον άντρα της και τις κακές βουλέψεις,
για το γεφύρι τούτο δω που να σταθεί δεν λέει.
προορισμός τους το χωριό και πίσω δεν κοιτάνε.
Η λυγερή τον πρωτομάστορα ποτέ δεν ξαναείδε,
ο γάμος καταστράφηκε και η πληρωμή του ήρθε,
που βούλησε την λυγερη να την δολοφονήσει.
Πενθεί ο πρωτομάστορας την λυγερή γυναίκα,
που ούσα όμως ζωντανή, σ’ αυτόνε δεν ανήκει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.