Από μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν.
«Kώστα! Βρε Κώστα! Το παλτό να πάρεις! Θα αρπάξεις καμία πούντα αν βγεις έτσι έξω!», φώναζε η Μαίρη κυνηγώντας τον μικρό Κώστα μέσα στο σπίτι. «Κώστας; Γύρισε ο Κώστας απ’ τα ξένα;!», αναφωνεί και η γριά από το αναπηρικό αμαξίδιο. «Καλά κρασιά κι εσύ, γριά σαλεμένη», μουρμουρίζει η Μαίρη και καταφέρνει τον μικρό Κώστα να βάλει το παλτό του. Μάθανε σήμερα πως μαζεύανε τα γράμματα για τους ναυτικούς και έπρεπε οσοδήποτε να φτάσει το γράμμα της στον Νίκο.
Ο Νίκος, ο γιος της γριάς, ήταν ναυτικός, πολλά χρόνια, και κοσμογυρισμένος. Τίμιο κι εργατικό παλικάρι, με μια χρυσή καρδιά. «Έμοιασε του Κώστα», καυχιότανε η γριά, πριν σαλέψει, στις άλλες γριές όποτε πίναν τον καθιερωμένο απογευματινό καφέ στο σπίτι της γριάς Συρραχίνας. Ο Κώστας ήταν, φυσικά, ο άντρας της γριάς. Ώσπου μια μέρα έπεσαν σε φουρτούνα και πάει ο Κώστας, πνίγηκε. Εκεί ήταν που η γριά έχασε τα λογικά της και άρχισε να ξεχνάει πρόσωπα, μέρη, ονόματα. Όταν ο Νίκος παντρεύτηκε την Μαίρη, η γριά την νόμιζε για την κόρη της την Ελένη που μετακόμισε στην Κρήτη σαν πήρε άντρα κρητικό.
Η Μαίρη ήταν καλοαναθρεμμένη, κόρη του σπουδαιότερου ιχθυοκαλλιεργητή, όπως ήθελε να το αποκαλεί, της Καλύμνου. Όταν γνώρισε τον Νίκο, τότε νέο παλικάρι μόνο 20 χρόνω κι αυτή κοπέλα στα 17 της, νόμιζε πως ήταν ναυτικός σπουδαίος, πλούσιος, ακόμη και καπετάνιος. Τα παρουσίαζε όπως ήθελε, όμως, για να μην παραδεχτεί πως ερωτεύτηκε ένα φτωχό ναυτάκι. Υποστήριξε πως έπεσε θύμα κοροϊδίας μετά τον γάμο, αλλά η μάνα της η γάτα, γνήσια Καλυμνιά, βλέπεις, την κατάλαβε. Τα μαρτυράει στον άντρα της, εκείνος της ρίχνει ένα χαστούκι και την διώχνει. Τί να κάνει η καημένη, πάει με τον Νίκο στο νησί. Το νησί, η χειρότερη κατάρα για την Μαίρη. Ζούσε σε μια φτωχογειτονιά, σ’ ένα φτωχό καλύβι, κι έβλεπε τα βρώμικα βοσκόπουλα να τρέχουν ξυπόλητα έξω απ’ το παραθύρι της και να της ζητιανεύουν φαΐ. «Κυρά-Μαίρη σήμερα σου περίσσεψε κανένα κομμάτι ψωμί να φάμε κι εμείς;», ρωτούσαν εκείνα. Έκλεινε τις κουρτίνες με φόρα και σχεδόν έβγαζε καπνούς από τα αυτιά της. «Όχι! Να πάτε σπίτια σας!», φώναζε και την άκουγε όλη η γειτονιά.
Και μέσα όλα αυτά, είχε και τα παιδιά. Ο Κώστας, ο μικρός, και η Αθηνά, η μεγάλη. Η Αθηνά κάτι έκανε. Ήταν 12 χρονών και ήδη έραβε και κένταγε καλύτερα κι από την Μαίρη. Η Αθηνά, και όχι Αθηνούλα, όπως επέμενε ο Νίκος να την φωνάζει και έκανε την Μαίρη να ωρύεται, σκούπιζε, σφουγγάριζε, μαγείρευε, έπλενε, έπλεκε, διάβαζε, έγραφε, χόρευε. Η Μαίρη το είχε καμάρι πως είχε πάρει από το δικό της σόι. Ο Κώστας, και όχι Κωστάκης, όπως επέμενε ο Νίκος να τον φωνάζει και έκανε την Μαίρη να ωρύεται, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Έβγαινε ξυπόλητος, χωρίς παλτό κιόλας, να παίξει με τα βοσκόπουλα. Η Μαίρη είχε χάσει πια κάθε ελπίδα. Τόσα γονίδια στράφι, πήγε και πήρε το παιδί από τον Νίκο.
Και η καθημερινότητα για την Μαίρη ήταν αγγαρεία. Σήκω το πρωί, ντύσου, πλύσου, μαγείρεψε, τάισε, στείλε τα μικρά σχολείο, φρόντισε τη γριά, καθάρισε, πλύνε, ράψε, κέντα, πάρε τα μικρά, διάβασέ τα, βάλτα για ύπνο, κοιμήσου. Και ξανά και ξανά και ξανά… Κι ο άντρας της; Έκανε βάρδιες στο κατάστρωμα. Πάντα έλλειπε. Είχε φτάσει πλέον στο αμήν. Μέσα στο καταχείμωνο, στην μαύρη νύχτα, ανέβαινε γονατιστή στην Παναγιά την Κατευοδώτρα, άναβε το καντήλι και το κερί και έκανε τάματα. Να γυρίσει μόνιμα ο άντρας της, να πάρουν τα παιδιά και να φύγουν. «Κι από μένα ό,τι θες, Παναγίτσα μου. Θα εκκλησιάζομαι κάθε Κυριακή. Θα ανάβω κεριά και λαμπάδες στο όνομά σου. Λαμπάδες ίσαμε το μπόι τ’ αντρός μου. Θα πάω να μονάσω στη Μονή Αγίας Τριάδας στο Πιθάρι.», παρακαλούσε και παρακαλούσε. Της είχε γίνει έμμονη ιδέα.
Και το γράμμα που τσακίστηκε να στείλει στον Νίκο τα έγραφε όλα αυτά μέσα:
Aγαπημένε μου Νίκο,
Δεν θα σε ρωτήσω πώς τα περνάς ή αν βλέπεις όμορφα μέρη. Θέλω απλώς να σου εκμυστηρευτώ τις σκέψεις μου. Βλέπεις, είσαι πολύ καλός άντρας με μια πολύ αγνή ψυχή. Ποτέ δεν μου φέρθηκες άσχημα. Δεν με χτύπησες. Δεν με κακολόγησες. Στα 10 χρόνια του γάμου μας ήσουν υπόδειγμα συζύγου. Δεν μετάνιωσα ούτε λεπτό που σε παντρεύτηκα, που σε αγάπησα. Και τα παιδιά μας είναι η μεγαλύτερη ευλογία. Τα σπουδαιότερα δώρα, δοσμένα απ’ τον θεό τον ίδιο.
Όμως, δεν ήταν αυτό που ονειρευόμουν για μένα. Πες με φιλόδοξη και, αγάπη μου, θα έχεις δίκιο. Πες με αχάριστη, φαντασμένη και πάλι θα έχεις δίκιο. Προσπάθησε όμως, χρυσέ μου, να με καταλάβεις.
Με πνίγει η ρουτίνα. Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ ούτε να σε έχω συνεχώς μακριά μου ούτε να κάθομαι στο καλύβι με την γριά και να ακούω τους παραλογισμούς της. Θα σε παρακαλέσω πολύ να βρεις τι θα κάνουμε. Αν θες να με κρατήσεις κοντά σου, η γριά να φύγει από το σπίτι.
Μου ήρθε γράμμα από την μάνα μου. Μετάνιωσε, λέει, ο πατέρας μου και με θέλει πίσω στο αρχοντικό. Και θέλει κι εσένα, να γνωρίσει τον γαμπρό του. Και τα παιδάκια μας, να τα κακομάθει όπως κακόμαθε και τα παιδιά του.
Ξανασκέψου το, σε παρακαλώ.
Τα φιλιά και την αγάπη μου,




