Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τ' ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τ' ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

Αλίμονο σ΄ αυτούς που μένουν...

Από μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν.


«Kώστα! Βρε Κώστα! Το παλτό να πάρεις! Θα αρπάξεις καμία πούντα αν βγεις έτσι έξω!», φώναζε η Μαίρη κυνηγώντας τον μικρό Κώστα μέσα στο σπίτι. «Κώστας; Γύρισε ο Κώστας απ’ τα ξένα;!», αναφωνεί και η γριά από το αναπηρικό αμαξίδιο. «Καλά κρασιά κι εσύ, γριά σαλεμένη», μουρμουρίζει η Μαίρη και καταφέρνει τον μικρό Κώστα να βάλει το παλτό του. Μάθανε σήμερα πως μαζεύανε τα γράμματα για τους ναυτικούς και έπρεπε οσοδήποτε να φτάσει το γράμμα της στον Νίκο.


Ο Νίκος, ο γιος της γριάς, ήταν ναυτικός, πολλά χρόνια, και κοσμογυρισμένος. Τίμιο κι εργατικό παλικάρι, με μια χρυσή καρδιά. «Έμοιασε του Κώστα», καυχιότανε η γριά, πριν σαλέψει, στις άλλες γριές όποτε πίναν τον καθιερωμένο απογευματινό καφέ στο σπίτι της γριάς Συρραχίνας. Ο Κώστας ήταν, φυσικά, ο άντρας της γριάς. Ώσπου μια μέρα έπεσαν σε φουρτούνα και πάει ο Κώστας, πνίγηκε. Εκεί ήταν που η γριά έχασε τα λογικά της και άρχισε να ξεχνάει πρόσωπα, μέρη, ονόματα. Όταν ο Νίκος παντρεύτηκε την Μαίρη, η γριά την νόμιζε για την κόρη της την Ελένη που μετακόμισε στην Κρήτη σαν πήρε άντρα κρητικό.

Η Μαίρη δε… η γριά ουδέποτε της γέμισε το μάτι. Προσπάθησε να πείσει τον Νίκο να πάνε στην Κάλυμνο στους δικούς της, οι οποίοι θα είχανε γλυκάνει πλέον με τα εγγόνια, και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους εκεί. Αλλά ο Νίκος εκεί, ξερό κεφάλι, πώς ν’ αφήσει πίσω το νησί και τη γριά τη μάνα του; Κι αναγκάστηκε η Μαίρη, από εκεί που περηφανευόταν πως καλοπαντρεύτηκε άντρα ναυτικό, να ταΐζει δυο μωρά και την γριά του Νίκου. Αυτή ονειρευόταν σπίτι αρχοντικό, σα το πατρικό της, όχι το καλύβι της γριάς.

Η Μαίρη ήταν καλοαναθρεμμένη, κόρη του σπουδαιότερου ιχθυοκαλλιεργητή, όπως ήθελε να το αποκαλεί, της Καλύμνου. Όταν γνώρισε τον Νίκο, τότε νέο παλικάρι μόνο 20 χρόνω κι αυτή κοπέλα στα 17 της, νόμιζε πως ήταν ναυτικός σπουδαίος, πλούσιος, ακόμη και καπετάνιος. Τα παρουσίαζε όπως ήθελε, όμως, για να μην παραδεχτεί πως ερωτεύτηκε ένα φτωχό ναυτάκι. Υποστήριξε πως έπεσε θύμα κοροϊδίας μετά τον γάμο, αλλά η μάνα της η γάτα, γνήσια Καλυμνιά, βλέπεις, την κατάλαβε. Τα μαρτυράει στον άντρα της, εκείνος της ρίχνει ένα χαστούκι και την διώχνει. Τί να κάνει η καημένη, πάει με τον Νίκο στο νησί. Το νησί, η χειρότερη κατάρα για την Μαίρη. Ζούσε σε μια φτωχογειτονιά, σ’ ένα φτωχό καλύβι, κι έβλεπε τα βρώμικα βοσκόπουλα να τρέχουν ξυπόλητα έξω απ’ το παραθύρι της και να της ζητιανεύουν φαΐ. «Κυρά-Μαίρη σήμερα σου περίσσεψε κανένα κομμάτι ψωμί να φάμε κι εμείς;», ρωτούσαν εκείνα. Έκλεινε τις κουρτίνες με φόρα και σχεδόν έβγαζε καπνούς από τα αυτιά της. «Όχι! Να πάτε σπίτια σας!», φώναζε και την άκουγε όλη η γειτονιά.

Και μέσα όλα αυτά, είχε και τα παιδιά. Ο Κώστας, ο μικρός, και η Αθηνά, η μεγάλη. Η Αθηνά κάτι έκανε. Ήταν 12 χρονών και ήδη έραβε και κένταγε καλύτερα κι από την Μαίρη. Η Αθηνά, και όχι Αθηνούλα, όπως επέμενε ο Νίκος να την φωνάζει και έκανε την Μαίρη να ωρύεται, σκούπιζε, σφουγγάριζε, μαγείρευε, έπλενε, έπλεκε, διάβαζε, έγραφε, χόρευε. Η Μαίρη το είχε καμάρι πως είχε πάρει από το δικό της σόι. Ο Κώστας, και όχι Κωστάκης, όπως επέμενε ο Νίκος να τον φωνάζει και έκανε την Μαίρη να ωρύεται, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Έβγαινε ξυπόλητος, χωρίς παλτό κιόλας, να παίξει με τα βοσκόπουλα. Η Μαίρη είχε χάσει πια κάθε ελπίδα. Τόσα γονίδια στράφι, πήγε και πήρε το παιδί από τον Νίκο.

Και η καθημερινότητα για την Μαίρη ήταν αγγαρεία. Σήκω το πρωί, ντύσου, πλύσου, μαγείρεψε, τάισε, στείλε τα μικρά σχολείο, φρόντισε τη γριά, καθάρισε, πλύνε, ράψε, κέντα, πάρε τα μικρά, διάβασέ τα, βάλτα για ύπνο, κοιμήσου. Και ξανά και ξανά και ξανά… Κι ο άντρας της; Έκανε βάρδιες στο κατάστρωμα. Πάντα έλλειπε. Είχε φτάσει πλέον στο αμήν. Μέσα στο καταχείμωνο, στην μαύρη νύχτα, ανέβαινε γονατιστή στην Παναγιά την Κατευοδώτρα, άναβε το καντήλι και το κερί και έκανε τάματα. Να γυρίσει μόνιμα ο άντρας της, να πάρουν τα παιδιά και να φύγουν. «Κι από μένα ό,τι θες, Παναγίτσα μου. Θα εκκλησιάζομαι κάθε Κυριακή. Θα ανάβω κεριά και λαμπάδες στο όνομά σου. Λαμπάδες ίσαμε το μπόι τ’ αντρός μου. Θα πάω να μονάσω στη Μονή Αγίας Τριάδας στο Πιθάρι.», παρακαλούσε και παρακαλούσε. Της είχε γίνει έμμονη ιδέα.

Και το γράμμα που τσακίστηκε να στείλει στον Νίκο τα έγραφε όλα αυτά μέσα:

Aγαπημένε μου Νίκο,

Δεν θα σε ρωτήσω πώς τα περνάς ή αν βλέπεις όμορφα μέρη. Θέλω απλώς να σου εκμυστηρευτώ τις σκέψεις μου. Βλέπεις, είσαι πολύ καλός άντρας με μια πολύ αγνή ψυχή. Ποτέ δεν μου φέρθηκες άσχημα. Δεν με χτύπησες. Δεν με κακολόγησες. Στα 10 χρόνια του γάμου μας ήσουν υπόδειγμα συζύγου. Δεν μετάνιωσα ούτε λεπτό που σε παντρεύτηκα, που σε αγάπησα. Και τα παιδιά μας είναι η μεγαλύτερη ευλογία. Τα σπουδαιότερα δώρα, δοσμένα απ’ τον θεό τον ίδιο.

Όμως, δεν ήταν αυτό που ονειρευόμουν για μένα. Πες με φιλόδοξη και, αγάπη μου, θα έχεις δίκιο. Πες με αχάριστη, φαντασμένη και πάλι θα έχεις δίκιο. Προσπάθησε όμως, χρυσέ μου, να με καταλάβεις.
Με πνίγει η ρουτίνα. Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ ούτε να σε έχω συνεχώς μακριά μου ούτε να κάθομαι στο καλύβι με την γριά και να ακούω τους παραλογισμούς της. Θα σε παρακαλέσω πολύ να βρεις τι θα κάνουμε. Αν θες να με κρατήσεις κοντά σου, η γριά να φύγει από το σπίτι.

Μου ήρθε γράμμα από την μάνα μου. Μετάνιωσε, λέει, ο πατέρας μου και με θέλει πίσω στο αρχοντικό. Και θέλει κι εσένα, να γνωρίσει τον γαμπρό του. Και τα παιδάκια μας, να τα κακομάθει όπως κακόμαθε και τα παιδιά του.
Ξανασκέψου το, σε παρακαλώ.

Τα φιλιά και την αγάπη μου,
Μαίρη

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

Γράμματα σ' αυτούς που ταξιδεύουν στις θάλασσες...

 

Από τη μαθήτρια του Γ2 Κ.Μ

Αγαπημένε μου μπαμπά, 

Πώς είσαι; Ελπίζω οι μέρες να κυλούν ήρεμα εκεί... Εγώ και η μαμά δεν τα πάμε πολύ καλή. Τσακωνόμαστε συνέχεια. Λέει πως δεν βοηθάω καθόλου στις δουλειές του σπιτιού, όμως εγώ θέλω να επικεντρωθώ στα μαθήματά μου. Εύχομαι να ήσουν εδώ, σίγουρα θα ήξερες πώς να με συμβουλεύσεις!

Η καθημερινότητά μου δεν έχει αλλάξει πολύ, όπως τα ξέρεις. Κάθε πρωί ξυπνάω στις 6:00, να ετοιμαστώ για το σχολείο και να φάω πρωινό. Μετά η μαμά με πηγαίνει εκεί περπατώντας. Στο σχολείο περνάω τέλεια, ήρθε μια καινούρια κοπέλα, η Χριστίνα. Γνωριστήκαμε και τώρα είμαστε κολλητές φίλες. Εκείνη έχει χάσει τον μπαμπά της. Όταν μου το είπε, στεναχωρήθηκα πολύ κι ένιωσα ευγνώμων που μπορώ και σε βλέπω, έστω κι αν είναι για λίγο καιρό.

Στα μαθήματα είμαι πρώτη, η κυρία Κωνσταντίνα είπε στη μαμά ότι έχει ανέβει πολύ η επίδοσή μου, γι' αυτό η μαμά χθες με άφησε να παίξω μέχρι αργά με την Χριστίνα. 

Μου λείπεις πολύ, μπαμπά, μετράω τις μέρες αντίστροφα μέχρι να γυρίσεις. Όταν λάβεις το γράμμα μου απάντησέ μου, θέλω πολύ να μάθω κι εγώ πώς περνάς. Σ' αγαπάω πολύ!

Με αγάπη

Η κορούλα σου

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Όταν ο αγαπημένος ταξιδεύει στις θάλασσες...

 Από τον μαθητή του Γ1  Γ.Ι


Σκιάθος, 1899

Αγαπημένε μου, 

Πάνε μήνες που έχω να σε δω. Ελπίζω να είσαι καλά. Σου γράφω για να σου πω τα νέα μου. Τελευταία φορά είδα το καράβι σου να φεύγει από το εκκλησάκι της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Ήταν η μέρα που μαζί με τις άλλες γυναίκες παρακαλέσαμε την Παναγία να σας προστατεύει στο ταξίδι σας και σας ξεπροβοδίσαμε με ευχές. 

Μέρες τώρα αγναντεύω το πέλαγος και περιμένω την επιστροφή σου. Καθημερινά προσεύχομαι για σένα, για να έχεις την προστασία του Θεού. Μάλιστα χθες άφησα ένα τάμα στην εικόνα της Παναγίας, για να ευχαριστηθεί. Αγωνιώ πολύ για σένα, να μη σου τύχει κανένα κακό, όπως έτυχε στη Φλανδρώ. Μας διηγήθηκε την ιστορία της η γριά Συρραχίνα τις προάλλες που ανεβήκαμε στο ξωκλήσι μαζί με άλλες γυναίκες. Είχε κι αυτή άνδρα ναυτικό, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ σ' ένα από τα ταξίδια του. Ενώ φοβήθηκα πολύ από την ιστορία αυτή, πήρα δύναμη και κουράγιο ν' αντέξω τον πολύμηνο χωρισμό μας. 

Εδώ δεν έχει αλλάξει τίποτα. Καθημερινά φροντίζω για το παιδί κι ευτυχώς δε μας λείπει τίποτα. Συνεχώς με ρωτάει πότε θα επιστρέψεις και μου λέει ότι του λείπεις. Δεν υπάρχει βράδυ που να μη σε σκέφτομαι. Καρδιοχτυπώ όταν ακούω τις νύχτες το τραγούδι κάποιων γυναικών, γιατί ξέρω ότι σύντομα θα αποχαιρετήσουν κάποιο δικό τους πρόσωπο. Η μόνη μου παρηγοριά το παιδί και η επιστροφή σου. 


 Κι από τη μαθήτρια του Γ2 Ι.Κ

Πολυαγαπημένε μου άνδρα,

Με πόση ανυπομονησία περίμενα το γράμμα σου!. Χαίρομαι που είσαι καλά, αν και τόσο μακριά μας... Εμείς είμαστε όλοι καλά. Τα παιδιά πήραν βαθμούς! Τα πήγαν πολύ καλά!

Από το σπίτι μας λείπεις συνέχεια, είναι δύσκολα χωρίς εσένα. Αυτή η θάλασσα που μας χωρίζει είναι απέραντη...προσεύχομαι καθημερινά να έχεις ήρεμες θάλασσες και να γυρίσεις γρήγορα κοντά μας. Σε περιμένουμε με ανυπομονησία...!

Η πολυαγαπημένη σου γυναίκα


Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Ένας γιος γράφει στον πατέρα του που ταξιδεύει στις θάλασσες...

 

Από τον μαθητή του Γ2 Γ.Κ

Αγαπημένε μου μπαμπά,


Καταρχάς δεν ξέρω για ποιον λόγο γράφω αυτό το γράμμα από τη στιγμή που δεν θα το δεις, αλλά δεν ξέρω πως αλλιώς να οργανώσω τα συναισθήματά μου. Να είσαι σίγουρος πως η παρουσία σου γίνεται όλο και πιο έντονη. Κάθε μεσημέρι, όταν καθόμαστε για να φάμε, είναι πολύ σιωπηλά χωρίς να ακούμε τις δικές σου ναυτικό ιστορίες. Επιπλέον τα σαββατόβραδα έχουμε καταλήξει να μην κάνουμε τίποτα και να νοσταλγώ τις μέρες που παίζαμε όλο το βράδυ επιτραπέζια.

« Γίνομαι κομμάτια» κάθε φορά που με ρωτάνε για εσένα και τι δουλειά κάνεις. Έχει γίνει ρουτίνα να βλέπω φωτογραφίες σου και να μην ξέρω καν αν ζεις. Το ξέρω πως δουλεύεις σαν σκυλί και στερείσαι την οικογένεια για να μη μας λείπει τίποτα αλλά το σημαντικότερο που μου λείπει είσαι εσύ. Να ξέρεις πως η μαμά και τα κορίτσια πηγαίνουν συνέχεια σε κάμποσα εκκλησάκια και προσεύχονται για σένα. 

Περιμένω πως και πως όταν έρθεις σπίτι για να σου πω αυτά που νιώθω, σε έχω ανάγκη σε πολλά πράγματα και δεν είσαι δίπλα μου. Νιώθω ότι  είμαι μόνος μου παγιδευμένος σε έναν τοίχο που δε σπάει με τίποτα. Πιστεύω ότι η απελπισία με κατακλύζει, όταν προσπαθώ να θυμηθώ την φωνή σου και να μην τα καταφέρνω. Την άλλη βδομάδα κλείνουν τέσσερα χρόνια που έχω να σε δω από την τελευταία φορά. Ελπίζω να περνάς καλά στο ναυτικό και να έρθεις σύντομα.

Με αγάπη 

Ο γιος σου

 

                                                                                                                                 

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Με αφορμή το διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη "Τ' αγνάντεμα"

 

Πέρασαν και οι Απόκριες... Και ήρθε η στιγμή της αναχώρησης των ναυτικών... η στιγμή του αποχαιρετισμού... Πώς νιώθει άραγε αυτός που φεύγει...; Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γ2 γράφουν..





Από τη μαθήτρια του Γ2 Ε.Μ

Η φωνή του καπετάνιου ακούστηκε δυνατά στο λιμάνι. "Όλοι στις θέσεις σας!", φώναξε. Ήρθε η ώρα να φύγουμε. Ένιωσα μια στεναχώρια, αλλά και χαρά ταυτόχρονα. Η θάλασσα, άγνωστη και γοητευτική, με καλούσε σε νέες περιπέτειες, αλλά άφηνα πίσω μου αγαπημένα πρόσωπα, ίσως για μήνες, ίσως για χρόνια. Στα μάτια των γυναικών, που είχαν έρθει στην άκρη του λιμανιού, έβλεπα θλίψη, φόβο, αλλά και περηφάνια. Τα βλέμματά τους ήταν καρφωμένα στα καράβια, σα να ήθελαν να μας κρατήσουν δεμένους με αόρατες αλυσίδες. Η Μαρία, η αγαπημένη μου, με κοιτούσε με μάτια υγρά. Χαιρετήσαμε σιωπηλά, με μια υπόσχεση για αιώνια αγάπη. 

Η αλμύρα του πελάγους γαργαλούσε το πρόσωπό μου καθώς το πλοίο έπαιρνε σιγά σιγά ταχύτητα. Τα σπίτια και οι άνθρωποι σιγά σιγά έσβηναν στο βάθος, μέχρι που έγιναν μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Μόνο η θάλασσα απλωνόταν τώρα μπροστά μας, απέραντη και άπειρη. Στο κατάστρωμα, οι ναύτες έσπευδαν να τσεκάρουν τα σχοινιά και τα πανιά. Ο καπετάνιος, όρθιος στο τιμόνι, με μάτια καρφωμένα στο απέραντο γαλάζιο, έδινε τις απαραίτητες εντολές. Η φωνή του, γεμάτη σιγουριά και εμπειρία, γέμιζε τους άντρες με θάρρος. .

Στο μυαλό μου στριφογύριζαν σκέψεις. Σκέψεις για άγνωστα μέρη, για θησαυρούς και περιπέτειες, για μάχες με πειρατές και τρικυμίες. Σκέψεις για την οικογένεια που άφησα πίσω, για την αγάπη μου, για την επιστροφή. Η ζωή στη θάλασσα ήταν δύσκολη, γεμάτη κινδύνους και στερήσεις. Μα ήταν και μια ζωή γεμάτη ελευθερία, ομορφιά και δυνατές συγκινήσεις. Ήταν η ζωή που επέλεξα, η ζωή που ποθούσα. Έσφιξα τα δόντια και σήκωσα το κεφάλι ψηλά. Ο άνεμος μού μαστίγωνε το πρόσωπο, η αλμύρα έτσουζε τα μάτια μου. Ήμουν έτοιμος. Έτοιμος για όλα όσα η μοίρα μου επιφύλασσε..

Από τη μαθήτρια του Γ2 Σ.Μ

Την Άνοιξη ήταν η περίοδος που αναχωρούσαμε για το ταξίδι μας. Κανένας από το πλήρωμα δεν ήθελε να αποχωριστεί τη ζεστασιά του σπιτιού του και την οικογένεια του. Δεν θέλαμε να αποχωριστούμε το ¨σπίτι¨ μας. Ετοιμάσαμε το πλοίο και σηκώσαμε τα πανιά, αλλά καθυστερούσαμε με όποιον τρόπο μπορούσαμε την αναχώρησή μας. Επιβιβαστήκαμε στο πλοίο και σαλπάραμε στο γαλάζιο πέλαγος. Ανύψωσα το βλέμμα μου και είδα την γυναίκα μου και τη κόρη μου να με αποχαιρετούν κουνώντας τα χέρια τους. Τα μάτια γέμισαν με δάκρυα, θα μου έλειπαν αφάνταστα για όσο θα ήμουν στο ταξίδι. Είχα υποσχεθεί στην κόρη μου να της φέρω προικιά από μέρη μακρινά. Γύρισα και κοίταξα το υπόλοιπο πλήρωμα, ήταν όλοι στεναχωρημένοι. Παρόλο που κάποιοι δεν το έδειξαν, το είδα στα μάτια τους, είδα τη λύπη που θα αποχωριζόντουσαν την οικογένεια τους και τη Σκιάθο. Όσο πιο μέσα στο πέλαγος πήγαινε το καράβι, τόσο πιο μικρές φαινόντουσαν οι φιγούρες των γυναικών και των παιδιών πάνω στον βράχο που μας αποχαιρετούσαν…

Από τη μαθήτρια του Γ2 Κ.Μ 

Ημέρα αναχώρησης, ίσως η δυσκολότερη απ' όλες... Έχοντας κοιμηθεί ελάχιστα και παίρνοντας ένα ψωμοτύρι για το δρόμο, ήταν πλέον η ώρα ν' αποχωρήσουμε για το λιμάνι. Η καπετάνισσα και τα παιδιά ήρθαν να με συνοδεύσουν. Μπροστά εγώ, μετά η καπετάνισσα και πίσω τα παιδιά, όλοι με σκυμμένα κεφάλια, για μια ακόμα φορά έπρεπε ν' αποχαιρετήσουμε ο ένας τον άλλον. Κάποιος θα έλεγε ότι μετά από τόσο καιρό ήταν πλέον σύνηθες για μας. Ωστόσο, δε νομίζω να συνηθίσω ποτέ να μένω μακριά από τους αγαπημένους μου...

Με τα πολλά, φτάσαμε στο λιμάνι και ήρθε η ώρα της αναχώρησης. Τα μάτια της καπετάνισσας πλημμύρισαν από δάκρυα και τα παιδιά δεν ήθελαν να με αφήσουν. Δε θα πω ψέματα, όταν αντέδρασαν έτσι, η καρδιά μου ήθελε να μείνει, όμως ήξερα ότι δεν είναι αυτό δυνατόν.. Έτσι τους είπα: "Θα γυρίσω σύντομα...αν και είμαι πάντα εδώ, ακόμα κι όταν δεν είμαι! Σας αγαπώ!"

 

Το διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη "Τ' αγνάντεμα" στάθηκε η αφορμή για να συζητήσουμε τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αγωνίες των ανθρώπων που μένουν πίσω... αγναντεύοντας το πέλαγος...περιμένοντας το αγαπημένο του πρόσωπο να γυρίσει από το ταξίδι του στις θάλασσες του κόσμου... 

 Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γ1 και του Γ2 έγιναν η σύντροφος, η μάνα, η αδελφή, ο γιος, η κόρη του ναυτικού και του έστειλαν ένα γράμμα.. 

Από τη μαθήτρια του Γ2 Α.Λ 

Αγαπητέ μου μπαμπά,

Ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει καλά και υγιή, έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έφυγες και κάθε μέρα μας λείπεις όλο και περισσότερο. Η μαμά παλεύει την στεναχώρια της, γατί δεν θέλει να δείχνει αδύναμη στα μάτια μας αλλά η γιαγιά από την άλλη δεν μπορεί να κρύψει τα συναισθήματα της... εγώ και η αδερφή μου προσπαθούμε πάντα να την κάνουμε να γελάει αλλά είναι πολύ δύσκολο για αυτήν. 

Από τότε που έφυγες, τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο, έχει πέσει βαρύς χειμώνας και δεν παλεύεται. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε ξύλα ούτε ρούχα για να ζεσταθούν και να μην αρρωστήσουν, όσο για τις οικογένειες με μικρά παιδιά, για αυτές είναι υπερβολικά δύσκολη η κατάσταση, δεν θες να σου πω θα ραγίσει η καρδιά σου με αυτά που θα διαβάσεις. 

Εμείς....Εμείς είμαστε μια χαρά δόξα τον Θεό. Όταν οι καταστάσεις δυσκολεύουν, εγώ ή μαμά και η Ανδρομάχη μαγειρεύουμε και τα πάμε σε αυτούς που τα χρειάζονται. 

Μέρα νύχτα προσευχόμαστε να τελειώσει αυτό το μαρτύριο και να νοιώσουμε επιτέλους τον ζεστό μας ήλιο. Δεν θα σου πω, αλλά αυτό είναι το τελευταίο γράμμα που σου στέλνω Ελπίζω τα υπόλοιπα να τα πούμε από κοντά σε πολύ λίγο... Ααα, και μπαμπά μην τυχόν έρθεις με άδεια χέρια, γιατί θυμάσαι φέτος παντρεύουμε την Ανδρομάχη και δεν μπορούμε να την παντρέψουμε χωρίς προίκα.

Σου στέλνω πολλούς χαιρετισμούς, μπαμπάκα, και σε περιμένουμε όλοι σπίτι και εσένα και τους άλλους ναύτες 

 Με αγάπη η κορούλα σου.


Από τον μαθητή του Γ2 Β. Κ

Αγαπημένε μου πατέρα,

Ελπίζω να είσαι καλά και το ταξίδι σου να κυλάει σωστά και χωρίς κινδύνους.

Ανησυχώ για εσένα, τις δυσκολίες που περνάς και ανυπομονώ να γυρίσεις για να σε δω και να περάσουμε μαζί δημιουργικές στιγμές. Η καθημερινότητα μου είναι απλή, κάθε πρωί πάω στο σχολείο και επιστρέφω πεινασμένος  στο σπίτι. Η μαμά έχει το φαγητό πάντα έτοιμο. Έχω αποκτήσει πολλούς φίλους αν και τώρα τελευταία, τα παιδιά με τα οποία έκανα παρέα δεν έρχονται πλέον σχολείο. Μάλλον θα είναι άρρωστοι. Κάθε απόγευμα παίζω με την αδερφή μου στον κήπο και το βραδύ η μαμά μας διαβάζει  παραμύθια για την θάλασσα και τους ναυτικούς. Μου θυμίζει εσένα και μου λείπεις.

Κάθε βραδύ, μετά το παραμύθι εύχομαι να επιστρέψεις σύντομα. Νιώθω νοσταλγία και είμαι στεναχωρημένος που είσαι μακριά μου. Με εσένα μπαμπά, αισθάνομαι περισσότερο ασφάλεια. Θα σου δείξω και το καινούριο μου ποδήλατο μόλις γυρίσεις. Ελπίζω αυτή η στιγμή να έρθει γρήγορα.

Με αγάπη

Ο γιος σου


Από τη μαθήτρια του Γ2 Α.Μ 

Αγαπητέ μου άντρα,

έχω καιρό να δω κάποιο γράμμα σου και ανησυχώ πολύ. Όλοι εδώ στην οικογένεια είμαστε καλά. Ο γιος μας μεγαλώνει και έκανε τα πρώτα  του βήματα. Η κόρη μας άρχισε το γυμνάσιο και φοβάται πολύ γιατί δεν ξέρει κανέναν. Άμα ήσουν εδώ θα της έδινες και συ πολλή δύναμη, αλλά το ξέρω ότι όλο αυτό το κάνεις για να μπορούμε να ζήσουμε. Τα παιδιά μας ρωτάνε για εσένα (ακόμα και ο μικρός που δεν σε έχει γνωρίσει καλά). Μου λείπεις πολύ και θέλω να σε δω σύντομα... 

Όταν γυρίσεις, άμα μπορείς να μου φέρεις ένα ωραίο φόρεμα και μαγειρικά σκεύη. Το φόρεμα που μου είχες πάρει την προηγούμενη φορά το φόρεσα στην εκκλησία σήμερα και όλες οι κύριες με ρωταγαν από πού το πήρα..! Σε αγαπάω πολύ και ανυπομονώ να γυρίσεις.


Από τη μαθήτρια του Γ2 Σ.Μ

Αγαπημένε μου πατέρα,

Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σου πω τα νέα μας από τότε πού έφυγες για το ταξίδι σου. Εγώ και η Μαρία τα πάμε μια χαρά στο σχολείο, βέβαια είναι λίγο κουραστικό σε συνδυασμό με τις δουλειές του σπιτιού, που βοηθάμε τη μαμά αλλά τα καταφέρνουμε περίφημα.  

Η μαμά είναι αρκετά στεναχωρημένη από όταν  έφυγες, προσπαθώ να την για να νιώσει καλύτερα, αλλά λέει ότι είναι μια χαρά. Είμαι σίγουρη ότι το κάνει για να μην ανησυχώ. 

Η γιαγιά προσεύχεται κάθε βράδυ στην  εικόνα της  Παναγίας δίπλα  από το κρεβάτι της για να σε προσέχει η Παναγία η Κατευοδώτρα. Χθες το απόγευμα μας είπε την ιστορία της  Φλανδρώς  που θα σου πω όταν επιστρέψεις από το ταξίδι. Ανυπομονώ να επιστρέψεις!

                                                                                                                      Σε φιλώ, η κόρη σου

 

Από τον μαθητή του Γ2 Α.Κ

 Αγαπητέ πατέρα,

Ελπίζω να είσαι καλά. Όσο  για   εμάς,    μην ανησυχείς,  είμαστε πολύ  καλά,   αλλά  μας λείπεις πάρα πολύ. Αυτό που θα ήθελα από σένα είναι να μη στεναχωριέσαι για εμάς. Προσέχω και την  μαμά και το μικρό μου αδερφό. Περιμένω σύντομα γράμμα με τα νέα σου.

 Με αγάπη

Ο γιος σου


Από τη μαθήτρια του Γ1 Ε.Ζ








Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...