Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

Ένα διαφορετικό τέλος


Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν.

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε
«Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,
τί όλον τον κόσμο ανείγειρα και τίποτες δεν ήβρα».
Ο ένας πιάνει το μυστρί κι άλλος τον ασβέστη,
πιάει και ο πρωτομάστορας να ρίξει μέγα λίθο.
 
Δειλιάζει ο πρωτομάστορας, τον λίθο να τον ρίξει,
μια σκέψη και μοναδική τον νου του βασανίζει.
Η λυγερή αν σκοτωθεί, μονάχος του θα μείνει
στενάχωρος και άκληρος, τη λυγερή να κλαίει.
Μάνα, πατέρας, χωριανοί μαζί του να πενθούνε,
κι ας όλοι πλέον ξέρουνε τα αίτια του θανάτου.
 
Φωνάζουν οι μάστορες, στριγγάνε οι μαθητάδες
«Τί περιμένεις, μάστορα, τον λίθο δεν τον ρίχνεις;
Σάμπως αν την αφήσουμε το ίδιο δεν θα είααι;
Για τ’ άτιμο γεφύρι αυτό, που να σταθεί δεν λέει,
λύση έδωσες το πουλί και οφείλεις να τ’ ακούσεις»
 
Η λυγερή συνέχιζε τ’ αντρός της να μιλάει
αλλά απάντηση ουδέν, ο άντρας συλλογιέται,
αλάλιασε το κεφάλι του να βρεί τι θε να κάνει.
Η καρφιά εβρόνταγε, την λογική να πολεμήσει
και να σωθεί η λυγερή, η νεαρή γυναίκα.
 
Βήματα ακούγονται, γυρνάνε, τί να δούνε;
Ο αδερφός της λυγερής κοντά τους περπατάει.
Την αδελφή αντίκρισε, στην πρώτη την καμάρα
κι αμέσως την ετράβηξε για να την βγάλει έξω.
 
Ο αδερφός εθύμωσε, τί έγινε νογάει
«Την αδελφή μου βρήκατε, απάνθρωποι εργάτες;
Έξυπνη είναι, όμορφη, στολίδι για το σπίτι.
Άλλη γυναίκα στο χωριό δεν θέλατε να βρείτε;
Πιο άξια και πιο καλή από αυτήν δεν θα δείτε.
Αμ, βέβαια, ο πρωτομάστορας να πάρει την ευθύνη»
 
Σωπάνε όλοι οι μάστορες και από φόβο τρέμουν,
σιωπή μεγάλη απλώθηκε και η λυγερή να κλαίει
φοβούμενη τον άντρα της και τις κακές βουλέψεις,
για το γεφύρι τούτο δω που να σταθεί δεν λέει.
 
Βαστάει ο αδερφός την λυγερή και φεύγουν
προορισμός τους το χωριό και πίσω δεν κοιτάνε.
Η λυγερή τον πρωτομάστορα ποτέ δεν ξαναείδε,
ο γάμος καταστράφηκε και η πληρωμή του ήρθε,
που βούλησε την λυγερη να την δολοφονήσει.
Πενθεί ο πρωτομάστορας την λυγερή γυναίκα,
που ούσα όμως ζωντανή, σ’ αυτόνε δεν ανήκει.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

 

Λίγο πριν το τέλος της σχολικής χρονιάς... λογοτεχνούμε παίζοντας! Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Α2 έγραψαν ομαδικά και συνεργατικά ένα ποίημα. Θέμα του ποιήματος; Τι άλλο από το καλοκαίρι...


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το καλοκαίρι είναι η αγαπημένη μου εποχή

ο ήλιος χορεύει και λάμπει

τα πουλιά κελαηδούν

και τα παιδιά παίζουν ζωηρά

όλη μέρα στην ακρογιαλιά

μέσα στη θάλασσα κάθε βουτιά

ξεδιπλώνεται κόσμος μαγικός 

να, ένας αστερίας κι ένας αστακός

κοχύλια κι αμμουδιά 

λάμπουν στον ήλιο μαγευτικά

και τα δελφίνια χορεύουν σαν τρελά

Ωχ, να και η Ελενίτσα η χαρωπή που ακούει μουσική

και με την Ειρήνη τραγουδεί

Τόσο αρμονικά, όσο ο ήλιος την ανατολή

την βλέπω κάθε Κυριακή

και τρέχω σαν τρελή

τρέχω με τους φίλους μου μαζί


γεμίζουμε νερομπάλονα πολλά 

και τα πετάμε έξω στην ακρογιαλιά

Με το ψαροντούφεκο ώρες στη θάλασσα πολλές

φέρνω καλές ψαριές

Περνάμε ωραία και καλά

να δύσει ο ήλιος περιμένοντας

τρώγοντας παγωτό βανίλια

και ρίχνοντας βότσαλα στη θάλασσα.


Τα "Γυάλινα Γιάννενα"... μια ζωγραφιά...

 Από τη μαθήτρια του Α2 Κ.Μ




Κι αν το διήγημα "Ο Κωνσταντής" συνεχιζόταν...; Οι μαθητές δίνουν τη δική τους συνέχεια στην ιστορία

 

Από τη μαθήτρια του Α2 Α.Μ

... Τελικά όταν έφθασε στο σπίτι της, η κυρία Δέσποινα, ενθουσιασμένη, δεν βρήκε κανέναν εκεί… Άρχισε να πανικοβάλλεται, μήπως τελικά ήταν κακή ιδέα να μείνουν μαζί και ένιωσε άβολα και έφυγε ή μήπως κάτι άλλο… Ό,τι και να είχε συμβεί η κυρία Δέσποινα ήταν καταρρακωμένη. Ξαφνικά ακούει το τρίξιμο της πόρτας και τρέχει να δει ποιος είναι. Ο Κωνσταντής ήταν… αμέσως εκείνη άρχισε να του κάνει ερωτήσεις όπως: πού ήταν, με ποιον, τι είχε συμβεί κτλπ. Όταν πια σταμάτησε να μιλάει η κυρία Δέσποινα , ο Κωνσταντής σήκωσε το κεφάλι του να την  κοιτάξει και η κυρία Δέσποινα είδε δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του.

-Τι έχει συμβεί, τον ρώτησε.

Εκείνος δεν έγνεψε.

-Σε παρακαλώ αγόρι μου μην με τρομάζεις  πες μου τι έχει συμβεί;

-Η μαμά μου…

Ο Κωνσταντής δεν μπόρεσε να πει άλλη λέξη και τον έπιασαν πάλι τα κλάματα. Αμέσως χωρίς να πει κάτι η κυρία Δέσποινα έτρεξε να τον αγκαλιάσει:

-Λυπάμαι πολύ. Δεν ξέρω τι να πω. Θέλω να ξέρεις πως αυτό εδώ το διαμέρισμα αν το θέλεις και εσύ μπορεί να γίνει το σπίτι σου, η αγκαλιά σου, το ζεστό σου μέρος…

Τότε ο Κωνσταντής της ανταπέδωσε την αγκαλιά λέγοντας της;

-Σε αγαπώ γιαγιά…


Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...