Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ-ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ-ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

Με αφορμή τη "Νέα Παιδαγωγική" του Νίκου Καζαντζάκη διαβάσαμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Λετίσια Κολομπανί "Η πλεξούδα"

Ο μικρός Νίκος πηγαίνει για πρώτη φορά στο δημοτικό σχολείο κάπου στην Κρήτη "σαν ένα καταστολισμένο σφαγάρι και νιώθει μέσα του περφάνια και φόβο. Μα το χέρι του είναι σφηνωμένο βαθιά στη φούχτα του πατέρα του και αντρειεύεται". 

Σε ένα άλλο χωριό, πολύ μακριά, στην Ινδία, η μικρή Λαλίτα, ακολουθώντας το όνειρο της μητέρας της Σμίτα, στον δρόμο για την πρώτη μέρα της στο σχολείο "σηκώνει τα μάτια της προς τη μητέρα της, ανήσυχη: δεν είναι τα φορτηγά που την τρομάζουν, αλλά αυτός ο καινούργιος κόσμος, άγνωστος στους γονείς της, μέσα στον οποίο θα πρέπει να μπει μόνη της."

Η Σμίτα δεν έχει πατήσει ποτέ το πόδι της στο σχολείο. Εδώ, στο Μπαντλαπούρ[1], οι άνθρωποι σαν κι αυτή δεν πάνε σχολείο. Η Σμίτα είναι μια Ντάλιτ. Μια ανέγγιχτη. Ανήκει σ’  εκείνους που ο Γκάντι[2] αποκαλούσε «παιδιά του Θεού». Εκτός κάστας[3], εκτός συστήματος, εκτός όλων. Ένα είδος από μόνο του, που θεωρείται μιασμένο[4] για να έρχεται σε επαφή με άλλα είδη, ένα ελεεινό απόβλητο που οι άλλοι φροντίζουν να κρατάνε σε απόσταση, χώρια, όπως την ήρα από το στάρι. Είναι εκατομμύρια οι άνθρωποι σαν τη Σμίτα που ζουν έξω από τις πόλεις, έξω από την κοινωνία, στην περιφέρεια της ανθρωπότητας.

Κάθε πρωί την ίδια δουλειά. Πλένει το πρόσωπό της και τα πόδια της με νερό που έχει φέρει από την προηγούμενη μέρα από το πηγάδι που προορίζεται αποκλειστικά για εκείνους, τους Ντάλιτ. Κι έπειτα παίρνει το πλεκτό καλάθι της από βούρλα[5], το καλάθι αυτό που κουβαλούσε η μητέρα της πριν από εκείνη και που της φέρνει αναγούλα μονάχα που το βλέπει και πηγαίνει να καθαρίσει τους καμπινέδες των πλούσιων σπιτιών. Το καλάθια αυτό είναι ο γολγοθάς[6] της. Μια κατάρα. Μια τιμωρία [ … ]. Είναι το ντάρμα της, το καθήκον της, η θέση της σε τούτο τον κόσμο. Μια δουλειά που περνάει από μάνα σε κόρη. [ … ]

Όμως το σημερινό πρωινό δεν είναι σαν τ’  άλλα. Η Σμίτα έχει πάρει μια απόφαση που της φάνηκε επιβεβλημένη και αυτονόητη: η κόρη της θα πάει σχολείο. Δυσκολεύτηκε κάπως να πείσει τον Ναγκαράτζαν. Ποιο το όφελος; της είπε. Ίσως μάθει να διαβάζει και να γράφει, αλλά κανείς εδώ δεν πρόκειται να της δώσει δουλειά. Όποιος γεννήθηκε να είναι «σκουπιδιάρης» αυτό θα κάνει μέχρι να πεθάνει. Είναι μια κληρονομιά, ένας κύκλος απ’  όπου κανένας δεν μπορεί να βγει.

Η Σμίτα δεν το ‘βαλε κάτω. Του ξαναμίλησε την επόμενη μέρα, και τη μεθεπόμενη και τις άλλες. Η Λαλίτα πρέπει να πάει σχολείο. Μπροστά στο πείσμα της, o Ναγκαράτζαν στο τέλος υποχωρεί. Καλώς. Θα πάει στο σχολείο του χωριού∙ θα μιλήσει ο ίδιος στον Βραχμάνο[7].

Η κόρη μου θα μάθει να διαβάζει και να γράφει, λέει μέσα της, κι αυτή η σκέψη της δίνει χαρά.

Ναι, σήμερα είναι μια μέρα που θα τη θυμάται σ’  όλη της τη ζωή.

[ … ] Η μέρα έφτασε. Η Σμίτα νιώθει πολύ περήφανη μπροστά στην κόρη της που θα γίνει μαθήτρια. Μπορεί να μην έχει να φάει, αλλά θα μάθει να διαβάζει, λέει μέσα της και της πιάνει το χέρι οδηγώντας την προς τον μεγάλο δρόμο. Θα τη βοηθήσει να περάσει απέναντι – εδώ, από το πρωί, περνάνε αμέτρητα φορτηγά τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα, και δεν υπάρχει σηματοδότηση ούτε διάβαση πεζών.

Την ώρα που προχωράνε, η Λαλίτα σηκώνει τα μάτια της προς τη μητέρα της, ανήσυχη: δεν είναι τα φορτηγά που την τρομάζουν, αλλά αυτός ο καινούργιος κόσμος, άγνωστος στους γονείς της, μέσα στον οποίο θα πρέπει να μπει μόνη της. Η Σμίτα διαισθάνεται το παρακλητικό βλέμμα της κόρης της. Θα ήταν παρα πολύ εύκολο να πάρουν το δρόμο προς τα πίσω, να πιάσουν το καλάθι από βούρλα και να πάνε μαζί για δουλειά. Όχι όμως: δε θέλει να δει τη Λαλίτα να κάνει αυτή τη δουλειά. Η κόρη της θα πάει σχολείο. Θα μάθει ανάγνωση, γραφή και αριθμητική.

Να’ σαι προσεκτική.

Υπάκουη.

Ν’ ακούς τον δάσκαλό σου.

Το κοριτσάκι μοιάζει χαμένο ξαφνικά, τόσο εύθραυστο, που η Σμίτα θέλει να το πάρει στην αγκαλιά της και να μην το ξαναφήσει ποτέ πια. Πρέπει όμως να παλέψει ενάντια σ’  αυτή την παρόρμηση, να πιέσει τον εαυτό της. Ο δάσκαλος είπε «σύμφωνοι» όταν ο Ναγκαράτζαν πήγε να τον βρει. Κοίταξε το κουτί όπου η Σμίτα είχε μαζέψει όλες τους τις οικονομίες – κέρματα που έβαζε στην άκρη ένα ένα, μήνες ολόκληρους, γι’  αυτό τον σκοπό. Η Σμίτα το ξέρει, όλα έτσι λειτουργούν. Το χρήμα είναι μέσο πειθούς εδώ.

Διασχίζουν τον δρόμο και ξάφνου έρχεται η στιγμή, εδώ και τώρα, να αφήσει το χέρι της κόρης της φτάνοντας στην απέναντι μεριά. Η Σμίτα θα ‘θελε τόσο πολύ να της πει: Πρέπει να ‘σαι χαρούμενη, δε θα ζήσεις τη δική μου ζωή, θα είσαι υγιής, δε θα βήχεις όπως εγώ, θα ζήσεις καλύτερα και πιο πολλά χρόνια, θα σε σέβονται, θα έχεις αξιοπρέπεια. Κανείς δε θα σου πετάει αποφάγια σαν να ‘σαι σκυλί. Ποτέ πια δε θα ξανασκύψεις το κεφάλι, ούτε θα χαμηλώσεις τα μάτια. Αλλά δεν ξέρει πώς να εκφραστεί, πώς να πει στην κόρη της όλα αυτά που ελπίζει για εκείνη, τα λίγο τρελά της όνειρα, πώς να της πει γι’  αυτή την πεταλούδα που πεταρίζει στο στομάχι της.

Έτσι λοιπόν, σκύβει απλώς προς το μέρος της και της λέει: Πήγαινε.

απόσπασμα από το μυθιστόρημα

Η πλεξούδα, Λετίσια Κολομπανί, εκδόσεις Πατάκη




[1] Μπαντλαπούρ = περιοχή στην Ινδία

[2] Μαχάτμα Γκάντι = πνευματικός ηγέτης της Ινδίας, και του κινήματος για την ανεξαρτησία της από την Αγγλία

[3] κάστα = κοινωνική τάξη της Ινδίας. Στην κατώτερη κοινωνική τάξη ανήκουν οι Ντάλιτ, οι παρίες ή αλλιώς ανέγγιχτοι. Θεωρούνται μιασμένοι, γι’ αυτό και δεν τους αγγίζει στην κυριολεξία κανείς, για να μη μολυνθεί. Ζουν σε άθλιες συνθήκες. Οι Σμίτα και η Λαλίτα ανήκουν στους Ντάλιτ

[4] μιασμένο = μολυσμένο

[5] βούρλο = φυτό που μοιάζει με τα καλάμια

[6] γολγοθάς = (μτφ) βασανιστήριο

[7] βραχμάνος = ιερείς της ανώτερης κάστας. Διδάσκουν στα παιδιά ανάγνωση και τα ιερά βιβλία της ινδουιστικής θρησκείας


Οι μαθητές έγραψαν για τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Λαλίτα στον δρόμο προς το σχολείο.

Η Μ.Π. από το Α΄4 γράφει:

    Σήμερα γίνεται κάτι αδιανόητο! Ποια; Εγώ, μια μικρή ντάλιτ πάω σχολείο. Και χωρίς καμιά σκέψη περπατώ στο δρόμο προς το σχολείο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα! Πώς εγώ μπορώ να πάω στο σχολείο; Δε γίνεται αυτό! Η μαμά όμως, γιατί δε θέλει να γίνω κι εγώ καθαρίστρια; Αυτή είναι η μοίρα μου! Είμαι μια ντάλιτ. Φοβάμαι. Θα με αποδεχθούν τα άλλα παιδιά ή μήπως θα με κοροϊδεύουν; Και οι ασκήσεις; Θα είναι εύκολες; Ο δάσκαλος; 

    Φτάσαμε! Τώρα πια δεν μπορώ να κάνω πίσω. Δεν πρέπει να κάνω πίσω. Πρέπει να δικαιώσω τη μαμά μου και να δείξω τον πραγματικό μου εαυτό. Η μαμά πιστεύει σε μένα. Δε θα έχει κάποιο λόγο; 

Η μαθήτρια του Α1 Α.Α γράφει: 

Καθώς περπατάω για να πάω στο σχολείο, νιώθω σα χαμένο παιδί, εύθραυστο και γεμάτη αμφιβολία για τον εαυτό μου. Διαισθάνομαι το προκλητικό βλέμμα των ανθρώπων. Σκέφτομαι να παλέψω ενάντια στον πόνο και στον φόβο μου. Φτάνω στο σχολείο...νιώθω όμως όλο και πιο αμήχανα...

Η μαθήτρια του Α2 Ε.Π γράφει: 

Πηγαίνοντας στο σχολείο, τα συναισθήματά μου ήταν ανάμεικτα...Αρχικά προχωρούσα με τη μητέρα μου  και ήμουν πολύ ανήσυχη. Δεν ήταν τα φορτηγά  που με τρόμαζαν, αλλά ο καινούριος κόσμος μέσα στον οποίο θα έπρεπε να μπω μόνη μου. Η μαμά μου διαισθάνεται το παρακλητικό βλέμμα μου. θα ήταν πολύ εύκολο να ξαναγυρίσουμε πίσω και να πάμε πάλι στη δουλειά. Αλλά δεν ήθελε να κάνω αυτή τη δουλειά. Η μαμά μου, μου λέει να είμαι υπάκουη και προσεκτική...Ξαφνικά όμως τα έχασα! Ήμουν τόσο αγχωμένη...έπρεπε όμως να παλέψω! Η μαμά μου ένιωθε περήφανη για μένα, που θα μάθω γράμματα και δε θα γίνω σαν κι αυτή....

Η μαθήτρια Ε.Σ. του Α΄4 γράφει: 

Χωρίς να το καταλάβω, έφτασε η πρώτη μέρα του σχολείου. Εγώ, ένα μικρό παιδί που δεν έχει πάει ποτέ σχολείο, βρίσκομαι ξαφνικά στον δρόμο για την πρώτη μέρα του σχολείου, χωρίς καμιά σκέψη. Αναρωτιόμουν γιατί εγώ έπρεπε να πάω σχολείο, είμαι μια μικρή Ντάλιτ και η μοίρα μου είναι να γίνω καθαρίστρια όπως η μαμά μου. Όμως, η μαμά μου δε θέλει να κάνω κι εγώ την ίδια δουλειά. Σήκωσα τα μάτια και κοίταξα τη μητέρα μου ανήσυχη, γιατί με τρόμαζε ο καινούργιος κόσμος. Ήταν η πρώτη μου φορά σε ένα άγνωστο περιβάλλον, στο οποίο θα ήμουν μόνη μου. Όλοι θα με κοροϊδεύουν. Είδα όμως, πόσο δύσκολο ήταν και για εκείνη και αποφάσισα ότι θα τα καταφέρω για να κάνω τη μητέρα μου περήφανη και να της ξεπληρώσω όλους τους κόπους.

Ήρθε η στιγμή. Η μαμά μού είπε να είμαι προσεκτική και υπάκουη. 

Άφησα το χέρι της μαμάς, ενώ εκείνη μου έλεγε: "Πήγαινε!"

Η Μ. Κ., μαθήτρια του Α΄3 γράφει:

Ωραία, αυτό είναι, ήρθε το τέλος μου! Τι θα κάνω; Δεν ξέρω καν τι είναι το σχολείο και τώρα πρέπει να πάω εκεί και να μείνω έξι ώρες! Τι θα πιστεύουν τα άλλα παιδιά για μένα που είμαι μια ντάλιτ; 

Αλλά και το σχολείο, θα είναι τόσο καθαρό και όμορφο και τα παιδιά τόσο καλοντυμένα, ένω εγώ θα είμαι σαν ένα μικρό σκουπίδι ανάμεσά τους. Είμαι σίγουρη ότι όλοι τους θα με κοιτάνε περίεργα ... λες και είμαι καμιά δολοφόνος.

Τι θα γίνει άραγε όταν μπω στην τάξη; Τι θα μάθω; Θα με αποδεχτούν; Θα κάνω φίλους; 

Ήρθε η ώρα. Ήρθε η ώρα να αφήσω τη μητέρα μου και να πάω μέσα. Θα μου πει κάτι; Γιατί με κοιτάει τόσο φοβισμένη λες και κάτι κακό θα συμβεί εκεί μέσα; Είναι όλα τόσο μπερδεμένα μέσα στο μυαλό μου! Θέλω όλα να πάνε καλά και να αλλάξω τη μοίρα των ντάλιτ!

Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...