Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

Mύθι, μύθι, παραμύθι....

 

Το πιο γλυκό ψωμί έγινε η μαγιά για τα δικά μας παραμύθια..

Από τη μαθήτρια του Α2 Φ. Μ

Η εσωτερική ομορφιά κερδίζει



Μια φορά και έναν καιρό, σ' έναν τόπο μακρινό, ζούσε ένας αγρότης με τη γυναίκα του και τις δύο κόρες του. Η οικογένειά του ζούσε φτωχικά, σε μια μικρή καλύβα με λιγοστά χωράφια και ζώα. Η μεγάλη κόρη του αγρότη ήταν πολύ όμορφη, με μεγάλα, γαλανά μάτια, πυκνά κατάξανθα μαλλιά, λευκό δέρμα και κόκκινα χείλη. Απ' όπου κι αν περνούσε, όλοι τη θαύμαζαν για την ομορφιά της. Η καρδιά της όμως ήταν σκληρή, γεμάτη έπαρση και εγωισμό. Δε βοηθούσε τους γονείς της κι όλη μέρα ασχολούταν με την εμφάνισή της. Η μικρή του κόρη δεν ήταν εξίσου όμορφη, αντιθέτως είχε άσχημη όψη με λεπτά χείλη και μικρά καστανά μάτια. Όμως η ψυχή της ήταν γεμάτη αγάπη, καλοσύνη και δοτικότητα. Καθημερινά βοηθούσε τους γονείς της στις δύσκολες εργασίες τόσο στα χωράφια και στα ζώα, όσο και στο σπίτι, χωρίς να δυσανασχετεί. 

Ένα πρωινό, ο φτωχός αγρότης βρήκε στο δρόμο του ένα παλικάρι τραυματισμένο, με σχισμένα ρούχα και λιπόθυμο. Αμέσως ο αγρότης τον μετέφερε στο σπίτι του. Εκεί η γυναίκα του και η μικρή του κόρη τον περιποιήθηκαν. Του περιποιήθηκαν τις πληγές, του έδωσαν καθαρά ρούχα και ζεστό φαγητό. Ο ξένος ήταν ένα πριγκιπόπουλο που δεν φανέρωσε την πραγματική του ταυτότητα στους φτωχούς αγρότες. Αργά το βράδυ εμφανίστηκε μπροστά του η μεγάλη κόρη. Ο πρίγκιπας τα έχασε από την ομορφιά της και η καρδιά της φτερούγισε. Έτσι, αποφάσισε να παρατείνει τη διαμονή του στο φτωχικό σπίτι, για να γνωρίσει καλύτερα την πανέμορφη αυτή κοπέλα. 

Την επόμενη μέρα, ο αγρότης ξεκίνησε για τα χωράφια, η μικρή κόρη με τη μητέρα άρχισαν τις καθημερινές δουλειές, που τις περισσότερες φορές ήταν σκληρές. Η μεγάλη κόρη κοιτιόταν μπροστά στον καθρέφτη και χτένιζε τα πλούσια μαλλιά της. Το βράδυ μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι για το δείπνο όλοι... εκτός από τη μεγάλη κόρη, η οποία δεν καταδέχτηκε να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον πρίγκιπα, πιστεύοντας ότι ήταν ένας φτωχός επαίτης. Η μικρή κόρη όμως, που ήταν κουρασμένη, με χαμόγελο στα χείλη, του σέρβιρε, όπως έκανε και στους γονείς της. Τότε ο πρίγκιπας κατάλαβε πόσο καλή και γενναιόδωρη ψυχή είχε η κοπέλα αυτή. 

Το επόμενο πρωί ο ξένος είχε φύγει, δεν πρόλαβε να τον χαιρετήσει... Η οικογένεια συνέχισε την καθημερινότητα, όπως την ήξερε. Το βράδυ, όταν μαζεύτηκαν για φαγητό, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού τους κι εμφανίστηκε ο ξένος ντυμένος πρίγκιπας, με όμορφα, ακριβά ρούχα. Γύρω του, οι αυλικοί κρατούσαν πλούσια δώρα και χρυσό. Όλοι σάστισαν μόλις τον αντίκρισαν, εκτός από τη μεγάλη κόρη που έτρεξε αμέσως κοντά του, σίγουρη για τον εαυτό της, πιστεύοντας ότι ο πρίγκιπας γύρισε γι' αυτήν. Ο πρίγκιπας όμως την αγνόησε, προχώρησε και γονάτισε μπροστά στη μικρή κόρη, ζητώντας την να τον παντρευτεί. Έμειναν τότε όλοι έκπληκτοι, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Ο εγωισμός και ο ναρκισσισμός της μεγάλης κόρης δεν το άντεξε αυτό και με θυμό τον ρώτησε πώς είναι δυνατόν να επιλέγει αυτή την γυναίκα για γυναίκα του, αφού δεν ήταν όμορφη όπως αυτή. Ο πρίγκιπας τότε με σιγουριά της απάντησε: "Όντως, δεν είναι όμορφη όπως εσύ! Η ομορφιά όμως είναι εφήμερη, ενώ η ομορφιά της αδελφής σου θα είναι παντοτινή. Κι αυτό γιατί δε βρίσκεται στο πρόσωπο, αλλά στην ψυχή της!". 

Έτσι, ο πρίγκιπας παντρεύτηκε τη μικρή κόρη του αγρότη, που έγινε μια καλόκαρδη, πονόψυχη πριγκίπισσα που βοηθούσε όλον τον κόσμο. 


Από τον μαθητή του Α2 Γ.Π

Ο πειρατής και το φανταστικό νησί



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας πειρατής, ψηλός και ογκώδης, που όλοι τον φοβόνταν. Όμως, παρά την άγρια όψη του, ήταν πολύ καλός και άκακος. 

Του άρεσαν πάρα πολύ τα ταξίδια. Ήθελε να πηγαίνει, να εξερευνά και ν' ανακαλύπτει καινούργιους τόπους, καινούργια νησιά. Αποφάσισε λοιπόν μια μέρα να κάνει ένα τεράστιο ταξίδι ως τα πέρατα του κόσμου. Φόρτωσε το καράβι του με τρόφιμα για πολλές μέρες, κι άφησε πρώτα το πλήρωμά του να ξεκουραστεί. Ξεκίνησε στη συνέχεια το ταξίδι...

Ταξίδευε για πάνω από ένα μήνα. Μετά από φορτούνες, καταιγίδες και πελώρια κύματα, στεριά ακόμα δεν είχαν δει. Άρχισαν ν' απογοητεύονται.. Ξαφνικά όμως εμφανίστηκε ένα νησί, που σαν αυτό δεν είχαν ξαναδεί. 

Ήταν ένα καταπράσινο νησί, με πολύχρωμα δέντρα και λουλούδια, καταπράσινο γρασίδι και πλούτο από φρούτα. Καθώς πλησιάζουν κοντά, όλοι ενθουσιάζονται με το τοπίο. Ωστόσο κάτι τους άφηνε άφωνους, χωρίς να πιστεύουν στα μάτια τους. Τα δέντρα και τα λουλούδια μιλούσαν! Μιλούσαν στους πειρατές και τους καλωσόριζαν στο νησί τους. Η έκπληξη ήταν τόσο μεγάλη, που για μια στιγμή φοβήθηκαν και ήθελαν να φύγουν. Όμως ο καλός πειρατής βρήκε τον τρόπο να τα πλησιάσει, να επικοινωνήσει ήρεμα και φιλικά μαζί τους. Έτσι κατάφεραν να συνυπάρξουν στο νησί γι' αρκετές μέρες...

Όταν ήρθε η ώρα, έφυγαν ενθουσιασμένοι και γεμάτοι όρεξη για νέες περιπέτειες και νέες εξερευνήσεις. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...