Ο Γ. Μ. του Α΄3 αφηγείται μια αστεία εκδοχή:
Νύχτα στο Ζάππειο.
Εγώ, ο Δημήτρης, ο Χρήστος, ο Νίκος και ένας καινούργιος στο "επάγγελμα", ο Γιαννάκης, σε μια αποστολή: να κάνουμε τη βρομοδουλειά, ενώ ο μεγαλύτερος από εμάς, ο Διονύσης - που τον φωνάζουμε Νιόνιο - θα ξεγελά το "βόδι" (έτσι λέω εγώ τους στρατιωτικούς, Ιταλούς και Γερμανούς) με το τσιγάρο του θείου του.
Το σόου αρχίζει. Ο Νιόνιος φεύγει και απασχολεί το "βόδι". Εμείς σαλτάρουμε στη "βοϊδάμαξα" και σκάμε τα λάστιχα ένα ένα. Όσο τα σκάμε, εγώ σκέφτομαι: "Κι αν ο Γερμανός γυρίσει και μας δει; Αν το καταλάβει; Όχι! Όχι! Όχι!" Αυτή η λέξη είναι στο μυαλό μου.
Η δουλεία τελειώνει. Κατεβαίνω από το φορτηγό.
- Άουφ βίντερζεν!, ακούω και παγώνω. Όλοι έφυγαν. Μόνος. Κρύβομαι κάτω από το φορτηγό. Ο Γερμανός χαμπάρι. Βρίσκω ευκαιρία και φεύγω πριν μαζευτεί όλο το "κοπάδι".
Όλοι είμαστε καλά. Ευτυχώς!
Και, όπως λέει πάντα ο Νιόνιος:
- Ίδια ώρα, ίδιο μέρος μεθαύριο; Και... Γιώργο, είναι η σειρά σου!
Ο Κ. Σ. του Α΄4 αφηγείται:
Ήταν η στιγμή που περιμέναμε. Το φορτηγό είχε φτάσει. Ετοιμαστήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς τις θέσεις μας. Ο πρώτος πήγε προς τον οδηγό του φορτηγού με το τσιγάρο στο χέρι. Μόλις αυτός ξεκίνησε να παίζει τον ρόλο του, εμείς αρχίσαμε τη δολιοφθορά. Κλέψαμε τρόφιμα, ρεζέρβες, μέχρι που σκίσαμε και τα πίσω λάστιχα του φορτηγού.
Ακούγαμε τον οδηγό να γελάει με όσα έκανε ο φίλος μας και την ίδια στιγμή βλέπαμε ένα τεράστιο όπλο να στέκεται δίπλα οτου. Φοβηθήκαμε. Έκανα τη σκέψη να του το πάρω, αλλά είπα στον εαυτό μου: "Άμα με καταλάβει, θα μπλέξω και τους φίλους μου".
Καθώς είχα αναλάβει τον ρόλο του τσιλιαδόρου, μόλις μου έκαναν σήμα ότι το σάλτο είχε ολοκληρωθεί, τους έκανα σήμα: "Πσσστ! Μαζέψτε τα να φύγουμε!"
Η Σ. Ε. από το Α΄4 γράφει:
Ήταν βράδυ και εγώ με μια παρέα παιδιών πήγαμε να κάνουμε σαμποτάζ στο φορτηγό των Γερμανών.Ο "Οδυσσέας" μας, ένα παιδί από την παρέα, πήγε μπροστά να απασχολήσει τον Γερμανό. Εγώ με τα υπόλοιπα παιδιά πήγαμε στο πίσω μέρος του φορτηγού. Είχα πολύ άγχος μη μας δει ο Γερμανός, αλλά συγχρόνως ήταν πολύ διασκεδαστικό αυτό που είχαμε κατά νου να κάνουμε.
Εγώ έσκασα τα δύο λάστιχα, ξεβίδωσα τις ρόδες. Όλοι βοηθούσαμε για να προκαλέοσυμε όσο πιο πολλές καταστροφές γινόταν στο φορτηγό. Αφού το πετύχαμε, όλη η παρέα εξαφανίστηκε. Όταν πια νιώσαμε ασφαλείς, ήταν σα να έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Η ελπίδα για λευτεριά παρέμενε ζωντανή.
Ο Φ. Α., μαθητής του Α΄3 αφηγείται:
Σήμερα, επειδή πείναγα, αποφάσισα να πω στην παρέα μου να ψάξουμε τριγύρω στη γειτονιά, μήπως και βρούμε κάτι να φάμε. Όλοι συμφώνησαν.
Ξαφνικά, βλέπω ένα γερμανικό φορτηγό να παρκάρει δίπλα στο φανάρι. Τότε ο "Οδυσσέας" μας λέει να του αποσπάσει την προσοχή, ώστε να σαλτάρουμε εμείς στην καρότσα μήπως και βρούμε τίποτα φαγώσιμο.
Ο "Οδυσσέας" δεν έχασε καιρό. Άρπαξε από τον δρόμο ένα πεταμένο τσιγάρο και άρχισε να απασχολεί τον Γερμανό. Εγώ και οι υπόλοιποι τρέξαμε στην καρότσα του φορτηγού. Για δεκαπέντε λεπτά ψάχναμε, αλλά τίποτα. Ξαφνικά βλέπω τον Γερμανό να μπαίνει στο φορτηγό και να ετοιμάζεται να φύγει. "Ααα, δε θα τον αφήσω να φύγει έτσι εύκολα", σκέφτηκα. Αρπάζω ένα καρφί και αρχίζω να τρυπάω τις ρεζέρβες με μανία. Ένιωσα περήφανος και θαρραλέος.
Φεύγοντας ακούγαμε τον Γερμανό να γαβγίζει από τη λύσσα του. Μπορεί να μην έφαγα, τουλάχιστον όμως, το ευχαριστήθηκα.
Η Μ. Κ. από το Α΄3 γράφει:
Ωραία! Πήγε. Αν όμως, ο Γερμανός τον καταλάβει τώρα, την κάτσαμε όλοι μας, όχι μόνο αυτός. Σε λίγο πρέπει να πάμε. Ωχ, όχι! Πες μου ότι τον κατάλαβε! Α, όχι! Ωραία! Τώρα πρέπει να πάμε να σκάσουμε τα λάστιχα και να πάρουμε τις ρεζέρβες. Το αγαπημένο μου!
Χαχαχα! Τι καλά που τα λέει! Μέχρι κι εγώ γελάω. Κι ο Γερμανός, τι χαζός! Δεν κάνει καν τη δουλειά του. Ας ελπίσουμε ότι δε μας έχει υποψιαστεί και ότι θα είμαστε ασφαλείς. Πωπω! Πόσες ρεζέρβες έχουν; Είμαστε εδώ δυο ολόκληρα λεπτά και ακόμα σκάμε ρεζέρβες!
Ουφ! Τελειώσαμε. Άντε να τελειώσει και ο Οδυσσέας επιτέλους να πάμε σπίτι. Κουράστηκα! Ωραία, τέλειωσε! Γρήγορα, γρήγορα! Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ, αλλά και πάλι αργά είναι. Πωωω! Δεν μπορώ να τρέξω από το γέλιο!
Αυτό ήταν το καλύτερο σάλτο όλων των εποχών!