Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

Γράμματα σ' αυτούς που ταξιδεύουν στις θάλασσες...

 

Από τη μαθήτρια του Γ2 Κ.Μ

Αγαπημένε μου μπαμπά, 

Πώς είσαι; Ελπίζω οι μέρες να κυλούν ήρεμα εκεί... Εγώ και η μαμά δεν τα πάμε πολύ καλή. Τσακωνόμαστε συνέχεια. Λέει πως δεν βοηθάω καθόλου στις δουλειές του σπιτιού, όμως εγώ θέλω να επικεντρωθώ στα μαθήματά μου. Εύχομαι να ήσουν εδώ, σίγουρα θα ήξερες πώς να με συμβουλεύσεις!

Η καθημερινότητά μου δεν έχει αλλάξει πολύ, όπως τα ξέρεις. Κάθε πρωί ξυπνάω στις 6:00, να ετοιμαστώ για το σχολείο και να φάω πρωινό. Μετά η μαμά με πηγαίνει εκεί περπατώντας. Στο σχολείο περνάω τέλεια, ήρθε μια καινούρια κοπέλα, η Χριστίνα. Γνωριστήκαμε και τώρα είμαστε κολλητές φίλες. Εκείνη έχει χάσει τον μπαμπά της. Όταν μου το είπε, στεναχωρήθηκα πολύ κι ένιωσα ευγνώμων που μπορώ και σε βλέπω, έστω κι αν είναι για λίγο καιρό.

Στα μαθήματα είμαι πρώτη, η κυρία Κωνσταντίνα είπε στη μαμά ότι έχει ανέβει πολύ η επίδοσή μου, γι' αυτό η μαμά χθες με άφησε να παίξω μέχρι αργά με την Χριστίνα. 

Μου λείπεις πολύ, μπαμπά, μετράω τις μέρες αντίστροφα μέχρι να γυρίσεις. Όταν λάβεις το γράμμα μου απάντησέ μου, θέλω πολύ να μάθω κι εγώ πώς περνάς. Σ' αγαπάω πολύ!

Με αγάπη

Η κορούλα σου

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Θάλασσα, πικροθάλασσα, γιατί να σ' αγαπήσω...

 

Από τη μαθήτρια του Γ1 Κ.Α


Ημερολόγιο, 

η ζωή ενός ναυτικού έχει γοητεία και αίγλη τέτοια που ποτέ αλλού δε συναντά άνθρωπος...Επαφή και συνύπαρξη με το θαλάσσιο στοιχείο, αγαλλίαση και εναρμόνιση με το περιβάλλον, περιπέτειες και ταξίδια. Η θάλασσα σού ανοίγει ορίζοντες, σε βάζει σε σκέψεις, δίνει ζωντάνια στα όνειρα, στα βιώματα, στη ζωή την ίδια. Ο θαλασσοπόρος νιώθει ανίκητος, δυνατός και ελεύθερος, θυμίζει σφριγηλό και ρωμαλέο θαλάσσιο ίππο. Η θάλασσα όλα τα γιατρεύει...

Η εικόνα της θάλασσας με τράβηξε κι εμένα ν' ακολουθήσω τη ζωή του ναυτικού και σπίτι μου να κάνω τη θάλασσα και τη λαμαρίνα. Κι εγώ πώς να γνωρίζω πως πριν ν' απολαύσω τη γλύκα του ταξιδιού, θα πρέπει να μυηθώ σε άλλα ξένα και δύσβατα μονοπάτια; Ο ύπνος είναι δύσκολος και συχνά τον στερείσαι, αφού οι βραδινές βάρδιες είναι τακτικές. Η στεριά είναι σταθερή, αλλά η θάλασσα είναι ανίκητη, απείθαρχη, σου προκαλεί ζαλάδα και αρρώστιες τις οποίες δεν είναι εύκολο ν' αντιμετωπίσεις καταμεσής του πελάγους. Ο ναυτικός οφείλει να προσαρμόζεται στο κλίμα που, από τόπο σε τόπο, από λιμάνι σε λιμάνι μεταβάλλεται και διαφέρει. Από την άλλη, τα καιρικά φαινόμενα είναι απρόσμενα και δημιουργούν αντίξοες συνθήκες μετακίνησης. Ένα από τα πιο συχνά είναι η πυκνή νυχτερινή ομίχλη που περιορίζει την ικανότητα να παρατηρούμε τα φώτα που εκπέμπουν οι φάροι..

Ο ναυτικός δεν έχει σταθερή οικία, είναι νομάς. Τα ταξίδια που καλείται να πραγματοποιήσει είναι μακροχρόνια. Τον πνίγει η μοναξιά και πλήττεται από την ανία και τη μονοτονία του καραβιού. Βρίσκεται μακριά από τ' αγαπημένα του πρόσωπα και την πατρίδα του. Κυριεύεται από πόνο, απόγνωση και θλίψη που δεν μπορεί να επιστρέψει. Νοσταλγεί μνήμες ερωτικές, οικογενειακές, θλιβερές, αλλά και ευχάριστες. Ακόμη κι ο ίδιος αμφισβητεί αν έχει σκοπό στη ζωή του ή απλώς τον παρασύρει η ομορφιά της θάλασσας και τα μυστήρια που αυτή κρύβει....

Παραμύθια και διδακτικές ιστορίες...

 Ο Λίο και οι εφιάλτες

Από τη μαθήτρια του Γ2 Κ.Μ



Μια φορά και έναν καιρό, σ' ένα μακρινό νησί ζούσε ένα μικρό αγόρι, ο Λίο. Ο Λίο ζούσε ευτυχισμένος με τους γονείς του. Ξυπνούσε κάθε μέρα, έτρωγε πρωινό, πήγαινε στο σχολείο του, έπαιζε με τους φίλους του και έκανε όσα κάνει ένα αγόρι της ηλικίας του.

 Από τότε που ξεκίνησε όμως το Γυμνάσιο, άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Κάθε βράδυ, όταν πήγαινε για ύπνο, έβλεπε κάποια περίεργα πλάσματα. Μια φορά μάλιστα είχε δει ένα ψάρι με πόδια αλόγου, βλέμμα ανθρώπου και χέρια χιμπατζή να γυροφέρνει στο δωμάτιό του! Κάθε βράδυ έβλεπε και κάτι άλλο. Δεν ήθελε να πηγαίνει για ύπνο, διότι φοβόταν πολύ αυτά τα περίεργα πλάσματα. Δεν το είπε σε κανέναν όμως, ούτε στους γονείς του ούτε σε κάποιον
από τους φίλους του, για να τον βοηθήσουν. Σκεφτόταν ότι θα τον κοροϊδέψουν και θα τον πουν μωρό. 

Μια μέρα όμως, πριν πάει για ύπνο, σκέφτηκε: "Είσαι πολύ ώριμος για να βλέπεις εφιάλτες, Λίο, σύνελθε επιτέλους!". Ακούμπησε τότε το κεφάλι στο μαξιλάρι και προσπάθησε να κοιμηθεί. Μετά από λίγη ώρα όμως, άκουσε την ντουλάπα του να κάνει έναν περίεργο θόρυβο και τότε είδε δυο μεγάλα πράσινα μάτια να τον κοιτάζουν κατάματα. Τα πόδια του είχαν μουδιάσει και κρύος ιδρώτας έπεφτε από το μέτωπο. Έτσι, δεν άντεξε άλλο και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο δωμάτιο των γονιών του. Τους τα εξήγησε όλα, . Τους είπε: "Εδώ και αρκετό καιρό βλέπω κάποια περίεργα όνειρα, ξέρω ότι είμαι αρκετά μεγάλος , για να βλέπω ακόμα τέτοιους εφιάλτες, αλλά, σας παρακαλώ, βοηθήστε με να το ξεπεράσω". Τότε οι γονείς του τον πήραν μια αγκαλιά και του είπαν: "Είναι φυσιολογικό να βλέπεις κάποιες φορές εφιάλτες, μπορεί να φταίει το άγχος ξέρεις... υπάρχει όμως ένας τρόπος να το αντιμετωπίσεις. Κάθε βράδυ, όταν θα πηγαίνεις για ύπνο, θα σκέφτεσαι τ' αγαπημένα σου πρόσωπα κι έτσι κανείς ποτέ δε θα σε ξαναενοχλήσει. Και πίστεψέ μας, δεν είσαι ο μόνος που βλέπει εφιάλτες... για ρώτα και τους φίλους σου αύριο στο σχολείο..."

Όταν ο Λίο  την επόμενη μέρα πήγε σχολείο, ρώτησε τους φίλους του: "Παιδιά, εσάς σας έχει τύχει να βλέπετε στον ύπνο σας περίεργα πλάσματα;" "Ξέρω ότι θ' ακουστεί περίεργο, αλλά εγώ βλέπω κάθε βράδυ ένα πελώριο κουνούπι με φτερά στρουθοκαμήλου" είπε ο φίλος του ο Μάρκ. "Κι εγώ βλέπω ότι πέφτω από μεγάλα ύψη" συμπλήρωσε ο Άλεξ. Έτσι, οι τρεις φίλοι άρχισαν να γελάνε με όλα αυτά τα περίεργα που έβλεπαν κάθε βράδυ. Και τόσο πολύ γέλασαν, που κανείς δεν ξαναείδε πια εφιάλτη. 

Η ιστορία αυτή μας διδάσκει ότι ό,τι και να μας συμβαίνει, πρέπει να μιλάμε γι' αυτό και να μην το κρύβουμε, γιατί όσο το κρύβουμε, τόσο πιο πολύ θα το κουβαλάμε μέσα μας...

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2024

Τα ταξίδια με το KURO SIWO συνεχίζονται...

 


Από τη μαθήτρια του Γ1 Ι.Α




Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 1947

Απ΄ το πρωί όλα έδειχναν πως θα ήταν μια καλή, γεμάτη μέρα. Ξύπνησα από το μπότζι του πλοίου κι αμέσως βυθίστηκα σε μια γλυκιά γαλήνη, κοιτώντας από το μικρό φινιστρίνι της ταπεινής καμπίνας μου στη θάλασσα. Τα κύματά της έμοιαζαν να τρέχουν, να παρασύρονται από τη συνήθη βιασύνη του πρωϊνού και ταυτόχρονα να χτυπούν το πλοίο μ' ένα καθησυχαστικό, αλλά συνάμα μονότονο ήχο. 

Ντύθηκα βιαστικά και ανέβηκα στο κατάστρωμα για την πρώτη βάρδια της ημέρας, ανταλλάσσοντας λιγοστές, κοφτές, νυσταγμένες κουβέντες με τους υπόλοιπους ναύτες και έπιασα αμέσως δουλειά. Τα λεπτά της πρωινής μου βάρδιας κυλούσαν βασανιστικά, αργά και πολύ μονότονα, καθώς έστρωνα την καυτή πίσσα στο εσωτερικό του ταλαιπωρημένου πλοίου μας. Όσο δούλευα, αναμνήσεις εισέβαλαν στο μυαλό μου, κάνοντας τις σκέψεις μου να σφυροκοπούν...Ξαναβίωσα πολύβουες οικογενειακές μαζώξεις, παρατήρησα από μακριά αγαπημένα μου πρόσωπα, χαρούμενες, ηλιόλουστες κυριακάτικες βόλτες και βροχερά πρωινά του Σαββάτου. 

Όλα αυτά γέμισαν την ψυχή μου με θλίψη, απέραντο πόνο και μεγάλη νοσταλγία για την πανέμορφη, ξεχωριστή οικογένειά μου, που τόσο καιρό μπορώ μόνο ν' αναπολώ. Όταν πλέον ήρθε η πολυπόθητη στιγμή της αλλαγής, η λύπη με είχε κατακυριεύσει και σκυθρωπός κατευθύνθηκα προς την κουζίνα, για να επιτελέσω το δεύτερο καθήκον μου, δηλαδή να τακτοποιήσω κάποια σερβίτσια. Λόγω όμως των σκηνών και των αναμνήσεων που είχαν πλημμυρίσει το μυαλό μου, ήμουν αφηρημένος, με αποτέλεσμα οι περισσότερες πορσελάνες που κρατούσα, να κομματιαστούν στο ξύλινο, φθαρμένο πάτωμα του μαγειρείου. Δυστυχώς, αυτή η απερισκεψία μού στοίχισε πάμπολλες νυχτερινές βάρδιες, όμως δεν με πειράζουν πια, αφού καταπολεμώ την ανία και την εξάντληση, αγναντεύοντας τον έναστρο ουρανό, αναπολώντας τρυφερές αναμνήσεις... και η ώρα περνά, πιο γοργά, αν και πάντα κουραστικά.

Παρά όμως τις δύσκολες, ανθυγιεινές συνθήκες που επικρατούν εδώ, το εξουθενωτικό πρόγραμμα των ναυτών, τη νοσταλγία και την θλίψη για το σπίτι μας και την ακατανίκητη ανία που προκαλεί η ζωή στο απόλυτο γαλάζιο για πολύ καιρό, η ζωή στη θάλασσα κρύβει πολλά καλά, εμπειρίες και εικόνες αξέχαστες, που κάνουν τον νόστο και την καρτερία λιγότερο επίπονα...

Oι μαθητές ταξιδεύουν στις μακρινές θάλασσες, γνωρίζουν το ''Kuro Siwo'' και καταγράφουν στο ημερολόγιο την εμπειρία τους...

 

                                                                                                            

Από τη μαθήτρια του Γ2 Σ.Μ






Δευτέρα 11 Ιουνίου 1947

Γράφω, για να  περιγράψω και να  διηγηθώ τα γεγονότα που έχουν λάβει μέρος τις τελευταίες  οχτώ  μέρες, από  όταν άρχισε το ταξίδι. Το ταξίδι είναι πολύ κουραστικό, όλη μέρα μαγειρεύω στην κουζίνα του πλοίου μαζί με τους άλλους μάγειρες... ετοιμάζουμε τα γεύματα για τους εξαντλημένους από τις δύσκολες βάρδιες ναυτικούς. Η μέρα μου ξεκινάει με το πλύσιμο των πιάτων. Όταν κάνω δουλειές, ξεχνιέμαι από τη ζωή πίσω στο νησί, την αγαπημένη μου οικογένεια, τις κόρες μου, που έχουν γίνει ολόκληρες δεσποινίδες, τον σύζυγό μου και το σπίτι μας. Οι ναυτικοί περνάν και αυτοί δύσκολα, όπως όλοι μας άλλωστε… ανυπομονούν να λάβουν ένα γράμμα από τις  οικογένειες τους που τους περιμένουν να γυρίσουν από το ταξίδι. Δυστυχώς όμως τα γράμματα δεν φτάνουν στα χέρια τους… πολλές φορές χάνονται στην διαδρομή ή μπερδεύονται με άλλα γράμματα. Όλο το πλήρωμα είναι εξουθενωμένο κι από τις βάρδιες στο καράβι κι από τις δύσκολες καιρικές συνθήκες. Πολλές φορές μένουν ξάγρυπνοι τα βράδια από τις αυπνίες, την αγωνία και τον φόβο για το άγνωστο… Αχ και τι δεν θα ΄δινα κι εγώ και οι ναυτικοί, για να δούμε τις οικογένειές μας για ακόμη μια φορά πριν φύγουμε για το ταξίδι ή έστω να έφτανε στα χέρια μας ένα γράμμα τους… Περιμένω με ανυπομονησία το γράμμα που οι κόρες μου μού υποσχέθηκαν πριν φύγω… Ελπίζω μία από τις επόμενες μέρες να το έχω στα χέρια μου…


Από τη μαθήτρια του Γ2 Ε.Μ

Ξύπνησα νωρίς σήμερα, με το χάραμα. Η θάλασσα ήταν γαλήνια, ο ήλιος άρχισε να ξημερώνει και ο ουρανός έλαμπε με χρώματα. Ήταν μια πανέμορφη μέρα, ιδανική για ψάρεμα. Σήμερα, η βάρδια μου ξεκινούσε στις 6:00. Ήμουν ενθουσιασμένος, καθώς είχαμε προγραμματίσει ψάρεμα στα ανοιχτά. Φόρεσα τη στολή μου, πήρα το καλάμι μου και ανέβηκα στο κατάστρωμα. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, τα κύματα έσκιζαν απαλά το πλοίο. Ο ήλιος άρχισε να ζεσταίνει τον ουρανό, τα δελφίνια έπαιζαν στα κύματα. Ήταν μια μαγευτική εικόνα. Ρίξαμε τα δίχτυα και περιμέναμε. Η ώρα περνούσε, η ατμόσφαιρα ήταν ήρεμη και γαλήνια. Ξαφνικά, νιώσαμε ένα τσίμπημα! Ένα ψάρι είχε πιαστεί στα δίχτυα! Τραβήξαμε τα δίχτυα με ενθουσιασμό. Ήταν γεμάτα με ψάρια! Ήταν μια επιτυχημένη ψαριά, νιώθαμε χαρούμενοι και γεμάτοι ενέργεια. Η ζωή του ναυτικού είναι γεμάτη με όμορφες στιγμές, όπως αυτή. Είναι μια ζωή γεμάτη με περιπέτειες, ομορφιά και έντονα συναισθήματα. Φυσικά, υπάρχουν και δύσκολες στιγμές, τρικυμίες, μοναξιά. Όμως, όλα αυτά ανταμείβονται με την ομορφιά της θάλασσας, την αίσθηση ελευθερίας, την συντροφικότητα του πληρώματος και την περηφάνια για το έργο που επιτελούμε. Σήμερα, νιώθω ευγνώμων για τη θάλασσα, περήφανος για το επάγγελμά μου και αισιόδοξος για το μέλλον. Η ζωή του ναυτικού μπορεί να είναι δύσκολη, αλλά είναι μια ζωή γεμάτη με ευχαρίστηση.



Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Όταν ο αγαπημένος ταξιδεύει στις θάλασσες...

 Από τον μαθητή του Γ1  Γ.Ι


Σκιάθος, 1899

Αγαπημένε μου, 

Πάνε μήνες που έχω να σε δω. Ελπίζω να είσαι καλά. Σου γράφω για να σου πω τα νέα μου. Τελευταία φορά είδα το καράβι σου να φεύγει από το εκκλησάκι της Παναγίας της Κατευοδώτρας. Ήταν η μέρα που μαζί με τις άλλες γυναίκες παρακαλέσαμε την Παναγία να σας προστατεύει στο ταξίδι σας και σας ξεπροβοδίσαμε με ευχές. 

Μέρες τώρα αγναντεύω το πέλαγος και περιμένω την επιστροφή σου. Καθημερινά προσεύχομαι για σένα, για να έχεις την προστασία του Θεού. Μάλιστα χθες άφησα ένα τάμα στην εικόνα της Παναγίας, για να ευχαριστηθεί. Αγωνιώ πολύ για σένα, να μη σου τύχει κανένα κακό, όπως έτυχε στη Φλανδρώ. Μας διηγήθηκε την ιστορία της η γριά Συρραχίνα τις προάλλες που ανεβήκαμε στο ξωκλήσι μαζί με άλλες γυναίκες. Είχε κι αυτή άνδρα ναυτικό, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ σ' ένα από τα ταξίδια του. Ενώ φοβήθηκα πολύ από την ιστορία αυτή, πήρα δύναμη και κουράγιο ν' αντέξω τον πολύμηνο χωρισμό μας. 

Εδώ δεν έχει αλλάξει τίποτα. Καθημερινά φροντίζω για το παιδί κι ευτυχώς δε μας λείπει τίποτα. Συνεχώς με ρωτάει πότε θα επιστρέψεις και μου λέει ότι του λείπεις. Δεν υπάρχει βράδυ που να μη σε σκέφτομαι. Καρδιοχτυπώ όταν ακούω τις νύχτες το τραγούδι κάποιων γυναικών, γιατί ξέρω ότι σύντομα θα αποχαιρετήσουν κάποιο δικό τους πρόσωπο. Η μόνη μου παρηγοριά το παιδί και η επιστροφή σου. 


 Κι από τη μαθήτρια του Γ2 Ι.Κ

Πολυαγαπημένε μου άνδρα,

Με πόση ανυπομονησία περίμενα το γράμμα σου!. Χαίρομαι που είσαι καλά, αν και τόσο μακριά μας... Εμείς είμαστε όλοι καλά. Τα παιδιά πήραν βαθμούς! Τα πήγαν πολύ καλά!

Από το σπίτι μας λείπεις συνέχεια, είναι δύσκολα χωρίς εσένα. Αυτή η θάλασσα που μας χωρίζει είναι απέραντη...προσεύχομαι καθημερινά να έχεις ήρεμες θάλασσες και να γυρίσεις γρήγορα κοντά μας. Σε περιμένουμε με ανυπομονησία...!

Η πολυαγαπημένη σου γυναίκα


Δώσε κλότσο να κυλήσει, παραμύθι ν' αρχινήσει...

 Το παραμύθι του Α. Δ. από το Α΄3:

Το μαγικό τρένο

 


  Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι που ζούσε με την οικογένειά του στους πρόοδες ενός βουνού. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή, όμως οι γονείς του εργάζονταν σκληρά για να μη λείεψει ποτέ τίποτα σε αυτόν και τα αδέλφια του. Το αγαπημένο του μάθημα στο σχολείο ήταν η γεωγραφία, δίοτι όνειρό του ήταν να ταξιδέψει και να γνωρίσει από κοντά όλες τις χώρες του κόσμου. Ήταν πολύ καλός μαθητής, όμως ήξερε ότι δε θα έκανε ποτέ πραγματικότητα το όνειρό του, αφού, για να ταξιδέψει κανείς χρειάζεται πολλά χρήματα, και αυτός δεν τα είχε.

    Ένα βράδυ, ενώ κοιτούσε τα άστρα, ευχήθηκε να μπορούσε να πετάξει ψηλά στον ουρανό ώστε να δει από μακριά όλο τον κόσμο. Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του ένας κατάμαυρος ποντικός και του είπε με ανθρώπινη φωνή να βγει γρήγορα έξω από την αυλή. Τρομοκρατημένο το αγόρι βγήκε έξω και ... τι να δει; Ένα τρένο! Οι πόρτες του άνοιξαν και το μικρό αγόρι επιβιβάστηκε. 

    Ήταν ένα μαγικό τρένο, το οποίο πέταξε ψηλά στον ουρανό, έσκισε τα σύννεφα και έφτασε κοντά στο φεγγάρι. Το μικρό αγόρι ήταν ενθουσιασμένο, καθώς το όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Από το παράθυρό του μπορούσε να δει όλες τις χώρες, ακόμα και τους ανθρώπους. Κατάφερε να δει από μακριά όλα όσα μάθαινε και διάβαζε καθημερινά στο σχολείο.

    Όταν άρχισε να ξημερώνει, είχε φτάσει η ώρα να επιστρέψει στο σπίτι του. Ήταν πολύ ευτυχισμένος και ένα χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του. Φτάνοντας στο σπίτι του ευχαρίστησε το μαγικό τρένο που του πρόσφερε αυτές τις αξέχαστες στιγμές και, καθώς έμπαινε μέσα, αντίκρισε και πάλι τον κατάμαυρο ποντικό. Τον ευχαρίστησε κι εκείνον και πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του. 

    Από το επόμενο βράδυ, το αγόρι επισκεπτόταν από μια καινούργια χώρα για την οποία μάθαινε στο σχολείο. Όλοι μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας, αρκεί να πιστέψουμε σε αυτά. 


Άλλο ένα παραμύθι από την Μ. Κ. του Α΄3:

Οι μαγικοί καταράκτες

   


    Κάποτε υπήρχε ένας φτωχός, που είχε τρεις γιους: έναν σοφό, έναν σοφότερο και έναν που το όνειρό του ήταν να βρει τους μαγικούς καταρράκτες. Αυτόν τον τρίτο όλοι στο χωριό τον φώναζαν τρελό.

    Μια μέρα ο φτωχός πατέρας αρρώστησε βαριά. Ρώτησε τα παιδιά του αν μπορούσαν να τον γιατρέψουν και τους είπε πως είχαν τρεις ημέρες μόνο για να το πετύχουν. Ο πρώτος, ο σοφός, του έδωσε ένα πολύ καλό φάρμακο, αλλά τίποτα. Ο δεύτερος, ο σοφότερος, του έδωσε το καλύτερο φάρμακο του κόσμου, αλλά και πάλι τίποτα. Ο τρίτος, ο "τρελός" έφυγε αμέσως και γύρισε μετά από τρεις ημέρες. "Πατέρα, το βρήκα!", ανακοίνωσε στον πατέρα του και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Ο πατέρας απορώντας τον ακολούθησε.

    Πατέρας και γιος φτάσανε σε τρεις πανέμορφους καταρράκτες. Ο γιος του με περηφάνια του είπε:

- Να, πατέρα! Να οι μαγικοί καταρράκτες! Τόσα χρόνια όλοι με λέγατε τρελό, αλλά εγώ κοίτα τι έκανα! Σε γιάτρεψα, πατέρα! Σε γιάτρεψα!

- Από πού και ως πού με γιάτρεψες, παιδί μου;, αναρωτήθηκε ο πατέρας.

- Ο μύθος, πατέρα, λέει ότι όσοι έρχονται εδώ γίνονται καλά. Εδώ είναι οι μαγικοί καταρράκτες, εδώ είναι το μέρος όπου όλα τα μαγικά γίνονται, αρκεί να έχεις ένα πράγμα.

- Ποιο είναι αυτό, γιε μου; 

- Πίστη, πίστη χρειάζεται, πατέρα! 

Ο πατέρας γιατρεύτηκε και από τότε έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Ο Χ. Θ. από το Α΄3 εμπνεύστηκε το παραμύθι του από τη διαδικασία παρασκευής ψωμιού:

Η πολύχρωμη κοτούλα

 


  Μια πολύχρωμη κοτούλα ζούσε σε ένα αγρόκτημα μαζί με μια αγελάδα υπναρού, μια γατούλα ναζιάρα και ένα πονηρό μυρμήγκι. 

    Μια μέρα η πολύχρωμη κοτούλα βρίσκει σπόρους σιταριού.

- Ποιος θα με βοηθήσει να τα φυτέψω; , ρώτησε τα άλλα ζώα.

- Μου, μου, όχι εγώ, λέει η αγελάδα, πάω για ύπνο τώρα.

- Ούτε εγώ, λέει το ποντίκι.

- Εγώ κάνω νάζια τώρα, είπε και η γάτα.

- Τότε θα τους φυτέψω μόνη μου!

    Η πολύχρωμη κοτούλα φύτεψε όλους τους σπόρους και τους φρόντιζε κάθε μέρα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και φύτρωσαν στάχυα. Σύντομα μεγάλωσαν και έγιναν κίτρινα σαν τον ήλιο. 

- Ποιος θα με βοηθήσει να τα θερίσω;, ρώτησε.

- Μου, μου, όχι εγώ, λέει η αγελάδα. Νυστάζω.

- Ούτε εγώ!, απαντά το ποντίκι.

- Ούτε κι εγώ. Νιάου!

- Τότε θα θερίσω μόνη μου. 

    Πράγματι, η κότα θέρισε, αλώνισε και ξεκίνησε να πάει στον μύλο να το αλέσει.

- Ποιος θα με βοηθήσει να αλέσουμε το σιτάρι; 

-Μου, μου, όχι εγώ. Πάω για ύπνο. 

- Ούτε κι εγώ, λέει το ποντίκι.

- Νιάου! , έκανε η γάτα.

- Τότε θα το αλέσω μόνη μου. 

    Έτσι και έγινε. Το άλεσε ολομόναχη. Όταν το άλεσε, το έβαλε σε ένα σακί και κίνησε για να το ζυμώσει.

- Ποιος θα με βοηθήσει να ζυμώσουμε ψωμί; 

- Ααα, μου, μου, όχι εγώ.

- Ούτε κι εγώ, βέβαια, είπε το ποντίκι.

- Μπααα, ούτε κι εγώ! Νιάου!

- Τότε θα το φτιάξω μόνη μου. Η πολύχρωμη κοτούλα ζύμωσε και φούρνισε το ψωμί.

- Ποιος θα με βοηθήσει να το φάμε;, ρώτησε τότε τα άλλα ζώα. 

- Εγώ! Εγώ! Εγώ!, φώναξαν όλα τα ζώα.

- Μπααα! λέει η πολύχρωμη κοτούλα. Θα το φάω μόνη μου.

    Η πολύχρωμη κοτούλα έφαγε όλο το ψωμί μόνη και από τότε έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα. 

Το παραμύθι του Γ. Μ. από το Α΄3:

    Έναν καιρό και μια φορά, μπορεί τώρα ή παλιά, ήταν ένας άνθρωπος τίμιος και καλός που είχε πολλά πλούτη. Μπορούσε να έχει ό,τι ήθελε. Σύντομα όμως, τα έχασε όλα, γιατί δεν διαχειρίστηκε σωστά την περιουσία του και κατέληξε άστεγος. 

    Τρία χρόνια αργότερα, τον πλησίασε ένας άνθρωπος έξυπνος και εύπορος και τον ρώτησε:

- Πώς κατέληξες εδώ;

- Έχασα τα πάντα, επειδή δεν μπορούσα να διαχειριστώ τα πλούτη μου. 

    Τότε, παιδί μου, ο έξυπνος άνθρωπος του έδωσε όσα χρήματα χρειαζόταν για να ορθοποδήσει. 

    Μετά από λίγο καιρό ο έξυπνος άνθρωπος έπρεπε να πληρώσει ένα μεγάλο χρέος του. Πήγε στον πλούσιο και του ζήτησε λεφτά για βοήθεια. Ο πλούσιος όμως, αρνήθηκε και τον έδιωξε. 

    Ένα χρόνο αργότερα, ο έξυπνος είχε αποκτήσει ξανά την περιουσία του, ενώ ο πλούσιος είχε πάλι καταλήξει στους δρόμους. Όταν ξαναζήτησε από τον έξυπνο βοήθεια, εκείνος του είπε: 

- Έπρεπε να το σκεφτόσουν πριν μου κλείσεις την πόρτα στα μούτρα και έφυγε. 

    Όπως βλέπεις, λοιπόν, παιδί μου, πρέπει πάντα να ευχαριστούμε τους ανθρώπους που μας βοηθούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. 


Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...