Το παραμύθι του Α. Δ. από το Α΄3:
Το μαγικό τρένο
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι που ζούσε με την οικογένειά του στους πρόοδες ενός βουνού. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή, όμως οι γονείς του εργάζονταν σκληρά για να μη λείεψει ποτέ τίποτα σε αυτόν και τα αδέλφια του. Το αγαπημένο του μάθημα στο σχολείο ήταν η γεωγραφία, δίοτι όνειρό του ήταν να ταξιδέψει και να γνωρίσει από κοντά όλες τις χώρες του κόσμου. Ήταν πολύ καλός μαθητής, όμως ήξερε ότι δε θα έκανε ποτέ πραγματικότητα το όνειρό του, αφού, για να ταξιδέψει κανείς χρειάζεται πολλά χρήματα, και αυτός δεν τα είχε.
Ένα βράδυ, ενώ κοιτούσε τα άστρα, ευχήθηκε να μπορούσε να πετάξει ψηλά στον ουρανό ώστε να δει από μακριά όλο τον κόσμο. Τότε εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του ένας κατάμαυρος ποντικός και του είπε με ανθρώπινη φωνή να βγει γρήγορα έξω από την αυλή. Τρομοκρατημένο το αγόρι βγήκε έξω και ... τι να δει; Ένα τρένο! Οι πόρτες του άνοιξαν και το μικρό αγόρι επιβιβάστηκε.
Ήταν ένα μαγικό τρένο, το οποίο πέταξε ψηλά στον ουρανό, έσκισε τα σύννεφα και έφτασε κοντά στο φεγγάρι. Το μικρό αγόρι ήταν ενθουσιασμένο, καθώς το όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Από το παράθυρό του μπορούσε να δει όλες τις χώρες, ακόμα και τους ανθρώπους. Κατάφερε να δει από μακριά όλα όσα μάθαινε και διάβαζε καθημερινά στο σχολείο.
Όταν άρχισε να ξημερώνει, είχε φτάσει η ώρα να επιστρέψει στο σπίτι του. Ήταν πολύ ευτυχισμένος και ένα χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του. Φτάνοντας στο σπίτι του ευχαρίστησε το μαγικό τρένο που του πρόσφερε αυτές τις αξέχαστες στιγμές και, καθώς έμπαινε μέσα, αντίκρισε και πάλι τον κατάμαυρο ποντικό. Τον ευχαρίστησε κι εκείνον και πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του.
Από το επόμενο βράδυ, το αγόρι επισκεπτόταν από μια καινούργια χώρα για την οποία μάθαινε στο σχολείο. Όλοι μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας, αρκεί να πιστέψουμε σε αυτά.
Άλλο ένα παραμύθι από την Μ. Κ. του Α΄3:
Οι μαγικοί καταράκτες
Κάποτε υπήρχε ένας φτωχός, που είχε τρεις γιους: έναν σοφό, έναν σοφότερο και έναν που το όνειρό του ήταν να βρει τους μαγικούς καταρράκτες. Αυτόν τον τρίτο όλοι στο χωριό τον φώναζαν τρελό.
Μια μέρα ο φτωχός πατέρας αρρώστησε βαριά. Ρώτησε τα παιδιά του αν μπορούσαν να τον γιατρέψουν και τους είπε πως είχαν τρεις ημέρες μόνο για να το πετύχουν. Ο πρώτος, ο σοφός, του έδωσε ένα πολύ καλό φάρμακο, αλλά τίποτα. Ο δεύτερος, ο σοφότερος, του έδωσε το καλύτερο φάρμακο του κόσμου, αλλά και πάλι τίποτα. Ο τρίτος, ο "τρελός" έφυγε αμέσως και γύρισε μετά από τρεις ημέρες. "Πατέρα, το βρήκα!", ανακοίνωσε στον πατέρα του και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Ο πατέρας απορώντας τον ακολούθησε.
Πατέρας και γιος φτάσανε σε τρεις πανέμορφους καταρράκτες. Ο γιος του με περηφάνια του είπε:
- Να, πατέρα! Να οι μαγικοί καταρράκτες! Τόσα χρόνια όλοι με λέγατε τρελό, αλλά εγώ κοίτα τι έκανα! Σε γιάτρεψα, πατέρα! Σε γιάτρεψα!
- Από πού και ως πού με γιάτρεψες, παιδί μου;, αναρωτήθηκε ο πατέρας.
- Ο μύθος, πατέρα, λέει ότι όσοι έρχονται εδώ γίνονται καλά. Εδώ είναι οι μαγικοί καταρράκτες, εδώ είναι το μέρος όπου όλα τα μαγικά γίνονται, αρκεί να έχεις ένα πράγμα.
- Ποιο είναι αυτό, γιε μου;
- Πίστη, πίστη χρειάζεται, πατέρα!
Ο πατέρας γιατρεύτηκε και από τότε έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Ο Χ. Θ. από το Α΄3 εμπνεύστηκε το παραμύθι του από τη διαδικασία παρασκευής ψωμιού:
Η πολύχρωμη κοτούλα
Μια πολύχρωμη κοτούλα ζούσε σε ένα αγρόκτημα μαζί με μια αγελάδα υπναρού, μια γατούλα ναζιάρα και ένα πονηρό μυρμήγκι.
Μια μέρα η πολύχρωμη κοτούλα βρίσκει σπόρους σιταριού.
- Ποιος θα με βοηθήσει να τα φυτέψω; , ρώτησε τα άλλα ζώα.
- Μου, μου, όχι εγώ, λέει η αγελάδα, πάω για ύπνο τώρα.
- Ούτε εγώ, λέει το ποντίκι.
- Εγώ κάνω νάζια τώρα, είπε και η γάτα.
- Τότε θα τους φυτέψω μόνη μου!
Η πολύχρωμη κοτούλα φύτεψε όλους τους σπόρους και τους φρόντιζε κάθε μέρα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και φύτρωσαν στάχυα. Σύντομα μεγάλωσαν και έγιναν κίτρινα σαν τον ήλιο.
- Ποιος θα με βοηθήσει να τα θερίσω;, ρώτησε.
- Μου, μου, όχι εγώ, λέει η αγελάδα. Νυστάζω.
- Ούτε εγώ!, απαντά το ποντίκι.
- Ούτε κι εγώ. Νιάου!
- Τότε θα θερίσω μόνη μου.
Πράγματι, η κότα θέρισε, αλώνισε και ξεκίνησε να πάει στον μύλο να το αλέσει.
- Ποιος θα με βοηθήσει να αλέσουμε το σιτάρι;
-Μου, μου, όχι εγώ. Πάω για ύπνο.
- Ούτε κι εγώ, λέει το ποντίκι.
- Νιάου! , έκανε η γάτα.
- Τότε θα το αλέσω μόνη μου.
Έτσι και έγινε. Το άλεσε ολομόναχη. Όταν το άλεσε, το έβαλε σε ένα σακί και κίνησε για να το ζυμώσει.
- Ποιος θα με βοηθήσει να ζυμώσουμε ψωμί;
- Ααα, μου, μου, όχι εγώ.
- Ούτε κι εγώ, βέβαια, είπε το ποντίκι.
- Μπααα, ούτε κι εγώ! Νιάου!
- Τότε θα το φτιάξω μόνη μου. Η πολύχρωμη κοτούλα ζύμωσε και φούρνισε το ψωμί.
- Ποιος θα με βοηθήσει να το φάμε;, ρώτησε τότε τα άλλα ζώα.
- Εγώ! Εγώ! Εγώ!, φώναξαν όλα τα ζώα.
- Μπααα! λέει η πολύχρωμη κοτούλα. Θα το φάω μόνη μου.
Η πολύχρωμη κοτούλα έφαγε όλο το ψωμί μόνη και από τότε έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.
Το παραμύθι του Γ. Μ. από το Α΄3:
Έναν καιρό και μια φορά, μπορεί τώρα ή παλιά, ήταν ένας άνθρωπος τίμιος και καλός που είχε πολλά πλούτη. Μπορούσε να έχει ό,τι ήθελε. Σύντομα όμως, τα έχασε όλα, γιατί δεν διαχειρίστηκε σωστά την περιουσία του και κατέληξε άστεγος.
Τρία χρόνια αργότερα, τον πλησίασε ένας άνθρωπος έξυπνος και εύπορος και τον ρώτησε:
- Πώς κατέληξες εδώ;
- Έχασα τα πάντα, επειδή δεν μπορούσα να διαχειριστώ τα πλούτη μου.
Τότε, παιδί μου, ο έξυπνος άνθρωπος του έδωσε όσα χρήματα χρειαζόταν για να ορθοποδήσει.
Μετά από λίγο καιρό ο έξυπνος άνθρωπος έπρεπε να πληρώσει ένα μεγάλο χρέος του. Πήγε στον πλούσιο και του ζήτησε λεφτά για βοήθεια. Ο πλούσιος όμως, αρνήθηκε και τον έδιωξε.
Ένα χρόνο αργότερα, ο έξυπνος είχε αποκτήσει ξανά την περιουσία του, ενώ ο πλούσιος είχε πάλι καταλήξει στους δρόμους. Όταν ξαναζήτησε από τον έξυπνο βοήθεια, εκείνος του είπε:
- Έπρεπε να το σκεφτόσουν πριν μου κλείσεις την πόρτα στα μούτρα και έφυγε.
Όπως βλέπεις, λοιπόν, παιδί μου, πρέπει πάντα να ευχαριστούμε τους ανθρώπους που μας βοηθούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.