Μια φορά κι έναν καιρό, στο μακρινό βασίλειο της Βοημίας ζούσε ο Άντον.ένας φτωχός αγρότης μα τους δυο γιους του, που είχαν μεγαλώσει αρκετά πια και τον βοθούσαν στα χωράφια. Τη γυναίκα του την είχε χάσει χρόνια από βαριά πνευμονία. Βλέπετε, οι χειμώνες σ' αυτή την άκρη της γης είναι πολύ πολύ δύσκολοι και ατελείωτοι. Μα, ας επιστρέψουμε στο παραμύθι μας. Εκείνη την άνοιξη που λέτε, δεν είχαν προλάβει ακόμα να λιώσουν για τα καλά τα χιόνια και το κρύο ήταν τσουχτερό τις νύχτες. Μια απ' αυτές τις κρύες βραδιές που έλειπαν οι γιοι του Άντον στην κοντινή πόλη για να πουλήσουν ξύλα από τη σοδειά τους, ο Άντον κοιμόταν δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Ξαφνικά ένας δυνατός κρότος ακούστηκε από την κουζίνα και τον έκανε να πεταχτεί έντρομος για να δει τι συμβαίνει. Μπροστά του στεκόταν ένας νέος άντρας, που όμως ήταν ταλαιπωρημένος και λιπόσαρκος. Από τα σημάδια στα χέρια του ο Άντον κατάλαβε πως ήταν κατάδικος στις πιο σκληρές φυλακές του βασιλείου και πως με κάποιο τρόπο είχε καταφέρει να δραπετεύσει. Ο νεαρός κατατρομαγμένος πήδηξε έξω στο δρομάκι. Δυο τρεις γείτονες τον πήραν είδηση και ρωτούσαν τον Άντον τι είχε συμβεί. Εκείνος είχε προλάβει να δει πως μέσα από τη μισάνοιχτη τσέπη του ταλαίπωρου άντρα γυάλιζε ένα ακριβό αντικείμενο. Αναγνώρισε την πόρπη από ακριβό γυαλί Βοημίας που είχε κάνει δώρο στη γυναίκα του και που την φύλαγε όλα αυτά τα χρόνια στο μπαούλο του. Μάζευε μήνες λεφτά για να καταφέρει να της το προσφέρει. Όμως, ήταν τόσο καλός άνθρωπος που δεν είπε τίποτα, παρά άφησε τον δόλιο πεινασμένο άντρα να φύγει. Του σκιζόταν η καρδιά στα δύο και μόνο που σκεφτόταν τι μαρτύρια θα περνούσε πίσω στη φυλακή.
Την επόμενη μέρα, όταν γύρισαν οι γιοι του, είδαν ότι έλειπε η πόρπη και, όταν τους εξήγησε ο πατέρας τους τι είχε συμβεί, έγιναν έξαλλοι. Τόσο πολύ θύμωσαν, που αποφάσισαν να φύγουν από το σπίτι, να εγκατασταθούν στην πόλη και να μην ξαναμιλήσουν στον πατέρα τους.
Πολλά χρόνια πέρασαν από τότε και ο Άντον βρέθηκε να περνά έναν από τους δυσκολότερους χειμώνες των τελευταίων ετών. Ολόκληρη η σοδειά του καταστράφηκε. Το ίδιο και των υπόλοιπων χωρικών. Άλλη επιλογή δεν είχαν οι άνθρωποι παρά να πάρουν τον δρόμο για τη μεγάλη πόλη. Άλλος θα έμενε σε συγγενή, άλλος θα έψαχνε για δουλειά. Ο Άντον δεν είχε ιδέα τι θα έκανε, γέρος άνθρωπος πια, στην πόλη. Από τους γιους του δεν περίμενε πολλά έτσι που τον είχαν ξεγράψει. Όταν έφτασε στην πόλη, γυρνούσε γύρω γύρω. Κοντοστάθηκε σε ένα από τα μαγαζιά που πουλούσαν κρύσταλλα Βοημίας. Στη βιτρίνα είδε ότι πωλούνταν τρεις υπέροχες πόρπες, ακριβώς όπως εκείνη που είχε κάνει δώρο στη γυναίκα του. Έκπληκτος μπήκε μέσα να ρωτήσει και ο μαγαζάτορας τον ενημέρωσε για το κοντινό εργοστάσιο όπου κατασκευάζονταν.
Ο Άντον αποφάσισε να πάει να το επισκεφθεί και από περιέργεια να ρωτήσει μήπως ψάχνουν για δουλειά. Προς μεγάλη του έκπληξη, όταν ζήτησε να δει τον εργοστασιάρχη, οι τεχνίτες τον οδήγησαν σε ένα μεγάλο γραφείο όπου αντίκρισε ... τον νεαρό που είχε εισβάλει στην κουζίνα του εκείνη τη νύχτα πριν από χρόνια. Βέβαια, είχε αλλάξει αρκετά. Είχε συνέλθει από τα δεινά και φαινόταν όμορφος. Και, όχι μόνο είχε συνέλθει, αλλά είχε μεγαλουργήσει χάρη στην ευκαιρία που του είχε δώσει ο Άντον.
Μόλις αντίκρισε τον Άντον ο πρώην κατάδικος, έπεσε στην αγκαλιά του. Για να μην τα πολυλογώ, ο Άντον έγινε πραγματικός πατέρας του Λεόν. Μα και εκείνος δεν τον άφησε από δίπλα του ποτέ και τον βοήθησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Όσο για τους γιους του, κατάλαβαν τη σοφία του πατέρα τους και συμφιλιώθηκαν με τον Άντον.
Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Το παραμύθι της Στ. Τσ. του Α΄4:
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα δάσος που υπήρχαν μεγάλα δέντρα είχαν φτιάξει τη φωλιά τους διάφορα είδη πουλιών. Ανάμεσά τους ένα γεράκι και ένα σπουργίτι, που ζούσαν εκεί μαζί με τα μικρά τους. Οι φωλιές των δύο πουλιών ήταν κοντά και ποτέ δεν πείραζε το ένα το άλλο. Ένα βράδυ, μια μεγάλη καταιγίδα κατέστρεψε τη φωλιά του γερακιού. Δύσκολα τα κατάφερνε το γεράκι με τα μικρά του χωρίς φωλιά μέσα στο καταχείμωνο. Το σπουργίτι, που η φωλιά του είχε σωθεί, είδε το απελπισμένο γεράκι και, παρότι το φοβόταν, το κάλεσε να μείνει μαζί τους μέχρι να φτιάξει τη νέα του φωλιά. Εκείνο πήρε τα μικρά του και πήγαν. Κάθε μέρα σκεφτόταν το καλό που του έκανε το σπουργίτι, ενώ παράλληλα είχε την τάση να το σκοτώσει και να το φάει.
Έμεινε στη φωλιά του σπουργιτιού μαζί με τα μικρά του μερικές εβδομάδες. Τόσο του πήρε για να φτιάξει τη νέα του φωλιά. Μόλις ήταν έτοιμη η νέα του φωλιά, ευχαρίστησε το σπουργίτι για τη φιλοξενία και μετέφερε τα μικρά του εκεί.
Δυστυχώς όμως, η φυσική τάση του αρπακτικού πουλιού κυριάρχησε. Ένα βράδυ είδε το σπουργίτι με τα μικρά του που κοιμούνταν στη φωλιά τους, τα άρπαξε και τα έφαγε.
Το σπουργίτι είχε κάνει μια καλή πράξη, που όμως, δεν του βγήκε σε καλό, γιατί η τάση της φύσης επικράτησε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.