Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

Και η έμπνευση για παραμύθια συνεχίζεται...

Το μπλε λουλούδι

Από την Ε. Σ. του Α΄4
 

    Μια φορά κι έναν καιρό, σ'  ένα πολύ μακρινό παλάτι, ζούσε ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η πριγκίπισσα Ιζαμπέλ. Η Ιζαμπέλ ήταν γνωστή όχι μόνο για την ομορφιά, αλλά και για την ευγένειά της. 

    Μια μέρα η πριγκίπισσα αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί είπαν πως μόνο το μπλε λουλούδι μπορεί να την λυτρώσει από αυτή την αρρώστια.

    Πρίγκιπες από όλο το βασίλειο κατέφθασαν στο παλάτι για να ζητήσουν την άδεια του βασιλιά να ψάξουν για το μπλε λουλούδι, αλλά κανένας δεν μπόρεσε να το βρει. 

    Η πριγκίπισσα χειροτέρευε μέρα τη μέρα. Κάποια μέρα, έφτασε στο παλάτι ένας άντρας και ο βασιλιάς του είπε πως έχει μόνο τρεις ημέρες να  φέρει το μπλε λουλούδι, αλλιώς η Ιζαμπέλ θα πέθαινε. 

    Ο νεαρός πρίγκιπας ξεκίνησε το ταξίδι του... Έψαχνε, έψαχνε, μα τίποτα. Ώσπου συνάντησε τυχαία έναν γέροντα.

    - Η πριγκίπισσα Ιζαμπέλ είναι πολύ άρρωστη και χρειάζεται το μπλε λουλούδι για να σωθεί. Μήπως ξέρεις πού βρίσκεται;, τον ρώτησε.

    - Ο μύθος λέει πώς βρίσκεται στο βουνό των πάγων. Όμως το φυλάει ένας γίγαντας μοναχικός και απόμακρος. Λένε ότι και αυτός κάποτε ήταν πρίγκιπας, αρρώστησε βαριά, μύρισε το μπλε λουλούδι, έγινε καλά, αλλά μεταμορφώθηκε σε γίγαντα, απάντησε ο γέροντας.

    Ο πρίγκιπας τον ευχαρίστησε και συνέχισε το ταξίδι του για το βουνό των πάγων. Όπως καταλαβαίνετε, όταν έφτασε εκεί, είδε ότι όλα ήταν από πάγο: το παλάτι του γίγαντα, ο θρόνος του, ακόμα και το κουτί που έκρυβε το μπλε λουλούδι. 

    Ο πρίγκιπας μίλησε στον γίγαντα για την πριγκίπισσα. Ενώ ο γίγαντας του εξηγούσε ότι το μπλε λουλούδι είναι μαγεμένο, ο πρίγκιπας το άρπαξε και έκανε να φύγει. Αμέσως ο γίγαντας έπεσε κάτω και έγινε αόρατος. Ο πρίγκιπας απόρησε. Γιατί συνέβη αυτό; 

    Τι να ήταν άραγε το μπλε λουλούδι; 


Η Μ.Πρ. γράφει το παραμύθι της για να περάσει το μήνυμα να μην κρίνουμε τους ανθρώπους αυστηρά και σκληρά. 

     


 
 Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μαγεμένο δάσος ζούσε ένα μικρό αγόρι με τους γονείς του. Καθώς ήταν απόμακροι, κανείς από τους κατοίκους του δάσους δεν τους συμπαθούσε.  

    Μια μέρα ο δάσκαλος του χωριού αποφάσισε να πάει τους μαθητές του μια εκδρομή. Το μικρό αγόρι δεν ακολούθησε τον δάσκαλο και χάθηκε μέσα στο δάσος. Ενώ περιπλανιόταν, βρέθηκε ξαφνικά σε ένα έρημο και σκοτεινό μέρος. Κανείς δεν ήταν εκεί για να τον βοηθήσει, ώσπου μια νεράιδα πεντάμορφη ήρθε να τον παρηγορήσει λέγοντάς του ότι θα τον οδηγήσει πίσω στο σπίτ του. Οι γονείς του αγοριού δεν άργησαν να μάθουν τα άσχημα νέα και πανικόβλητοι άρχισαν να ψάχνουν τον γιο τους , χωρίς όμως, αποτέλεσμα.

    Ώρες αργότερα, το μικρό αγόρι με τη βοήθεια της νεράιδας επέστρεψε στο σπίτι του. Οι γονείς χαρούμενοι έσφιξαν τον γιο τους στην αγκαλιά τους. Κέρασαν όλο το χωριό στην υγειά του μονάκριβού τους, αφήνοντάς τους όλους έκπληκτους. 

    Τότε ήταν που όλοι κατάλαβαν ότι είχαν τους κρίνει πολύ αυστηρά και έτσι, ζήτησαν συγχώρεση. Το ζευγάρι έμεινε έκπληκτο από τη στάση τους και συγχώρεσε όλο το χωριό. 

    Από τότε έζησαν όλοι στο χωριό αρμονικά κι εμείς ακόμα πιο αρμονικά.


Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

Με αφορμή το λαϊκό παραμύθι "Το πιο γλυκό ψωμί" οι μαθητές φτιάχνουν το δικό τους παραμύθι


Η Ν. Σ. από το Α΄4 εμπνεύστηκε το παραμύθι της από τον Γιάννη Αγιάννη, τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος του Β. Ουγκό Οι Άθλιοι".


Μια φορά κι έναν καιρό, στο μακρινό βασίλειο της Βοημίας ζούσε ο Άντον.ένας φτωχός αγρότης μα τους δυο γιους του, που είχαν μεγαλώσει αρκετά πια και τον βοθούσαν στα χωράφια. Τη γυναίκα του την είχε χάσει χρόνια από βαριά πνευμονία. Βλέπετε, οι χειμώνες σ'  αυτή την άκρη της γης είναι πολύ πολύ δύσκολοι και ατελείωτοι. 

    Μα, ας επιστρέψουμε στο παραμύθι μας. Εκείνη την άνοιξη που λέτε, δεν είχαν προλάβει ακόμα να λιώσουν για τα καλά τα χιόνια και το κρύο ήταν τσουχτερό τις νύχτες. Μια απ' αυτές τις κρύες βραδιές που έλειπαν οι γιοι του Άντον στην κοντινή πόλη για να πουλήσουν ξύλα από τη σοδειά τους, ο Άντον κοιμόταν δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Ξαφνικά ένας δυνατός κρότος ακούστηκε από την κουζίνα και τον έκανε να πεταχτεί έντρομος για να δει τι συμβαίνει. Μπροστά του στεκόταν ένας νέος άντρας, που όμως ήταν ταλαιπωρημένος και λιπόσαρκος. Από τα σημάδια στα χέρια του ο Άντον κατάλαβε πως ήταν κατάδικος στις πιο σκληρές φυλακές του βασιλείου και πως με κάποιο τρόπο είχε καταφέρει να δραπετεύσει. Ο νεαρός κατατρομαγμένος πήδηξε έξω στο δρομάκι. Δυο τρεις γείτονες τον πήραν είδηση και ρωτούσαν τον Άντον τι είχε συμβεί. Εκείνος είχε προλάβει να δει πως μέσα από τη μισάνοιχτη τσέπη του ταλαίπωρου άντρα γυάλιζε ένα ακριβό αντικείμενο. Αναγνώρισε την πόρπη από ακριβό γυαλί Βοημίας που είχε κάνει δώρο στη γυναίκα του και που την φύλαγε όλα αυτά τα χρόνια στο μπαούλο του. Μάζευε μήνες λεφτά για να καταφέρει να της το προσφέρει. Όμως, ήταν τόσο καλός άνθρωπος που δεν είπε τίποτα, παρά άφησε τον δόλιο πεινασμένο άντρα να φύγει. Του σκιζόταν η καρδιά στα δύο και μόνο που σκεφτόταν τι μαρτύρια θα περνούσε πίσω στη φυλακή. 

    Την επόμενη μέρα, όταν γύρισαν οι γιοι του, είδαν ότι έλειπε η πόρπη και, όταν τους εξήγησε ο πατέρας τους τι είχε συμβεί, έγιναν έξαλλοι. Τόσο πολύ θύμωσαν, που αποφάσισαν να φύγουν από το σπίτι, να εγκατασταθούν στην πόλη και να μην ξαναμιλήσουν στον πατέρα τους. 

    Πολλά χρόνια πέρασαν από τότε και ο Άντον βρέθηκε να περνά έναν από τους δυσκολότερους χειμώνες των τελευταίων ετών. Ολόκληρη η σοδειά του καταστράφηκε. Το ίδιο και των υπόλοιπων χωρικών. Άλλη επιλογή δεν είχαν οι άνθρωποι παρά  να πάρουν τον δρόμο για τη μεγάλη πόλη. Άλλος θα έμενε σε συγγενή, άλλος θα έψαχνε για δουλειά. Ο Άντον δεν είχε ιδέα τι θα έκανε, γέρος άνθρωπος πια, στην πόλη. Από τους γιους του δεν περίμενε πολλά έτσι που τον είχαν ξεγράψει. Όταν έφτασε στην πόλη, γυρνούσε γύρω γύρω. Κοντοστάθηκε σε ένα από τα μαγαζιά που πουλούσαν κρύσταλλα Βοημίας. Στη βιτρίνα είδε ότι πωλούνταν τρεις υπέροχες πόρπες, ακριβώς όπως εκείνη που είχε κάνει δώρο στη γυναίκα του. Έκπληκτος μπήκε μέσα να ρωτήσει και ο μαγαζάτορας τον ενημέρωσε για το κοντινό εργοστάσιο όπου κατασκευάζονταν. 

    Ο Άντον αποφάσισε να πάει να το επισκεφθεί και από περιέργεια να ρωτήσει μήπως ψάχνουν για δουλειά. Προς μεγάλη του έκπληξη, όταν ζήτησε να δει τον εργοστασιάρχη, οι τεχνίτες τον οδήγησαν σε ένα μεγάλο γραφείο όπου αντίκρισε ... τον νεαρό που είχε εισβάλει στην κουζίνα του εκείνη τη νύχτα πριν από χρόνια. Βέβαια, είχε αλλάξει αρκετά. Είχε συνέλθει από τα δεινά και φαινόταν όμορφος. Και, όχι μόνο είχε συνέλθει, αλλά είχε μεγαλουργήσει χάρη στην ευκαιρία που του είχε δώσει ο Άντον. 

    Μόλις αντίκρισε τον Άντον ο πρώην κατάδικος, έπεσε στην αγκαλιά του. Για να μην τα πολυλογώ, ο Άντον έγινε πραγματικός πατέρας του Λεόν. Μα και εκείνος δεν τον άφησε από δίπλα του ποτέ και τον βοήθησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Όσο για τους γιους του, κατάλαβαν τη σοφία του πατέρα τους και συμφιλιώθηκαν με τον Άντον. 

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!


Το παραμύθι της Στ. Τσ. του Α΄4:

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα δάσος που υπήρχαν μεγάλα δέντρα είχαν φτιάξει τη φωλιά τους διάφορα είδη πουλιών. Ανάμεσά τους ένα γεράκι και ένα σπουργίτι, που ζούσαν εκεί μαζί με τα μικρά τους. Οι φωλιές των δύο πουλιών ήταν κοντά και ποτέ δεν πείραζε το ένα το άλλο.

    Ένα βράδυ, μια μεγάλη καταιγίδα κατέστρεψε τη φωλιά του γερακιού. Δύσκολα τα κατάφερνε το γεράκι με τα μικρά του χωρίς φωλιά μέσα στο καταχείμωνο. Το σπουργίτι, που η φωλιά του είχε σωθεί, είδε το απελπισμένο γεράκι και, παρότι το φοβόταν, το κάλεσε να μείνει μαζί τους μέχρι να φτιάξει τη νέα του φωλιά. Εκείνο πήρε τα μικρά του και πήγαν. Κάθε μέρα σκεφτόταν το καλό που του έκανε το σπουργίτι, ενώ παράλληλα είχε την τάση να το σκοτώσει και να το φάει. 

    Έμεινε στη φωλιά του σπουργιτιού μαζί με τα μικρά του μερικές εβδομάδες. Τόσο του πήρε για να φτιάξει τη νέα του φωλιά. Μόλις ήταν έτοιμη η νέα του φωλιά, ευχαρίστησε το σπουργίτι για τη φιλοξενία και μετέφερε τα μικρά του εκεί. 

    Δυστυχώς όμως, η φυσική τάση του αρπακτικού πουλιού κυριάρχησε.  Ένα βράδυ είδε το σπουργίτι με τα μικρά του που κοιμούνταν στη φωλιά τους, τα άρπαξε και τα έφαγε.

    Το σπουργίτι είχε κάνει μια καλή πράξη, που όμως, δεν του βγήκε σε καλό, γιατί η τάση της φύσης επικράτησε.

 

  

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

"Το πιο γλυκό ψωμί" εμπνέει τους μαθητές και έτσι φτιάχνουν τα δικά τους παραμύθια

  

Ο ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΟΣ ΛΥΚΟΣ


Από τη μαθήτρια του Α2 Α.Μ




Μια φορά και έναν καιρό σε μία πολιτεία βαθιά μέσα στο δάσος ζούσαν μαζί όλα τα ζώα της φύσης. Σε  ένα σπιτάκι λίγο έξω από την πόλη ζούσε ένας κατάμαυρος λύκος. Ο λύκος ήταν πολύ στενοχωρημένος, γιατί παρ’ όλο που ήταν υγιέστατος, ήταν πολύ παρεξηγημένος. Ήταν ένας πολύ διαφορετικός λύκος από τους συνηθισμένους , ήταν χορτοφάγος και δεν του περνούσε από το μυαλό να φάει κάποιο άλλο ζώο. Παρόλα αυτά όμως όλοι τον φοβούνταν γιατί υπήρχε μία προϊστορία με  τους λύκους.

Μία μέρα, επειδή του είχαν τελειώσει τα τρόφιμα, αναγκάστηκε να πάει στην πόλη να αγοράσει από το μπακάλικο ό,τι χρειαζόταν. Εκείνος δεν είχε πρόβλημα, μα δεν ήξερε πώς θα τον αντιμετώπιζαν. Όταν έφθασε λοιπόν στην πόλη είδε μικρά ζωάκια, κουνελάκια και αλεπουδάκια, να παίζουν κρυφτό , μόλις όμως κατάλαβαν πως τους είχε πλησιάσει ο λύκος, έτρεξαν κατευθείαν μακριά του. Εκείνος στενοχωρημένος συνέχισε προς το μπακάλικο. Όταν έφθασε στο μπακάλικο μία έκπληξη τον περίμενε. Εκεί ήταν ο πρόεδρος και μαζί του οι αστυνομικοί κουνέλια. Ο πρόεδρος φαινόταν πολύ θυμωμένος και είπε:

-Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Δεν είπαμε την προηγούμενη φορά που ήρθες και τρομοκράτησες όλο το χωριό πως αν ξαναγυρίσεις θα έχεις κακά ξεμπερδέματα;

-Μα…..

-Σιωπή ,τον διέκοψε ο πρόεδρος τώρα μιλάω εγώ. Συλλαμβάνεσαι για τρομοκράτηση του λαού μου.

Χωρίς να απαντήσει ο λύκος ,απλά ακολούθησε τους αστυνομικούς. Όταν μεταφέρθηκε στο κελί, στεκόταν μπροστά του ένας φύλακας (τίγρης) να τον προσέχει. Όταν έφυγαν όλοι, ο φύλακας τον ρωτάει:

-Ώστε είσαι τόσο άγριος όσο λένε όλοι;

Ο λύκος άνοιξε το στόμα του να απαντήσει μα οι λέξεις δεν έβγαιναν.

-Δεν είσαι, το ξέρω εγώ, και εμένα έτσι με παρεξηγούσαν.. δεν χωράει βλέπεις μια τίγρης σε αυτήν την πολιτεία.

-Ούτε ένας λύκος σαν και εμένα .

-Ο κόσμος βλέπεις δεν δέχεται το διαφορετικό, το καταλαβαίνεις αυτό;

-Τι σημασία έχει τώρα; Θα με αφήσουν εδώ για πάντα και δεν θα προλάβω να δείξω ποιος πραγματικά είμαι .

-Αν μου υποσχεθείς πως θα δώσεις ένα μάθημα σε αυτόν τον κόσμο θα σε ελευθερώσω..

-Αλήθεια, μπορείς να το κάνεις αυτό;

-Εγώ μπορώ, το θέμα είναι αν εσύ μπορείς.

-Φυσικά και μπορώ, το να καταλάβει ο κόσμος εδώ ότι το διαφορετικό είναι αποδεκτό, είναι όνειρο ζωής. Το θέλω πραγματικά…. αλλά θα τα καταφέρω;

-Η θέληση και μόνο δείχνει πως είσαι ικανός για τα πάντα.

Έτσι ο φύλακας ξεκλείδωσε το κελί και τον άφησε να φύγει. Μα όταν έγινε αυτό ο λύκος παρατήρησε τη στενοχώρια του τίγρη.

-Θες να έρθεις μαζί μου , τον ρώτησε.

Εκείνος χαμογέλασε και έτρεξαν μαζί προς την πλατεία του χωριού.

Εκεί ήταν μαζεμένος πολύς κόσμος , γιατί θα παιζόταν μία παράσταση. Όταν έφθασαν πέρασαν κρυφά από το μεγάλο πλήθος με θάρρος και αποφασιστικότητα! Ανέβηκαν στην σκηνή και άρχισαν να μιλούν. Για κάποιο λόγο ο πρόεδρος και οι αστυνομικοί ούτε που τους πλησίασαν.

-Προσοχή παρακαλώ! Αυτό δεν είναι μέρος της παράστασης απλά θέλουμε να εκφράσουμε την γνώμη μας. Από την στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου ποτέ δεν είχα την ελευθερία ούτε να περπατήσω στον δρόμο. Πάντα πίστευα πως έχω κάποιο πρόβλημα μα τελικά συνειδητοποίησα πως δεν έχω εγώ το πρόβλημα ,μα είναι οι ανασφάλειες που έχει ο καθένας μας  να δείχνει λίγο διαφορετικός. Μα όλοι σε αυτή τη ζωή έχουμε καταντήσει ίδιοι. Το ότι εγώ είμαι λύκος δεν σημαίνει πως μοιάζω με λύκους των προηγούμενων γενιών. Ή ο φίλος μου από εδώ.

-Γιατί να κρίνουμε ένα βιβλίο από το εξώφυλλο ενώ μπορούμε να το διαβάσουμε και να μάθουμε περισσότερα για αυτό;

Συμπλήρωσε ο φύλακας. Μα τη στιγμή που πήγε να προσθέσει κάτι ακόμη ο πρόεδρος ανεβαίνει πάνω στην σκηνή και ετοιμάζεται να τους επιτεθεί. Αλλά πριν προλάβει να κουνηθεί περισσότερο, σηκώνει ένας πολίτης το χέρι και φωνάζει ρυθμικά;

-Ελευθερία ζωής.

Και αρχίζει όλο το πλήθος να φωνάζει…

Τελικά υπήρξε η ελευθερία , ο πρόεδρος αποσύρθηκε και όλη η πολιτεία ήταν τελείως διαφορετική. Ο λύκος τώρα ζούσε με τον τίγρη σε ένα σπίτι στο κέντρο της πλατείας. Όλοι οι πολίτες ήταν διαφορετικοί μεταξύ τους και πολύ χαρούμενοι. Πρόεδρος έγινε ο τίγρης για πολλά χρόνια αργότερα και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

 


Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Οι μαθητές επιλέγουν τη δική τους εκδοχή για την τύχη που είχε το γράμμα του Βάνκα

Ο Κ.Σ. από το Α΄4 γράφει:

    Το επόμενο πρωί βρήκε τον Βάνκα ταλαιπωρημένο από το κρύο της νύχτας έχοντας νωπά ακόμα τα γλυκά όνειρα που έβλεπε με τον παππού του όλο το βράδυ. Σιγά σιγά, προσπαθώντας να είναι αθόρυβος για να μην τον πάρει είδηση ο Αλιάχιν, θυμήθηκε ότι ο παππούς του, πριν φύγει, του είχε δώσει ένα σημείωμα με την ακριβή διεύθυνση του σπιτιού στο χωριό. Την έγραψε στον φάκελο και βγήκε γρήγορα γρήγορα έξω στην παγωμένη Μόσχα, κατευθύνθηκε προς το ταχυδρομείο και έριξε το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο γεμάτος με ανάμικτα συναισθήματα ελπίδας και αισιοδοξίας. 

    Έτσι βασανιστικά πέρασαν πολλές μέρες χωρίς καμιά απόκριση. Ο Βάνκας περίμενε μάταια. Πώς να ξέρει μια αθώα ψυχή, άλλωστε, πως ο παππούς του είχε πεθάνει λίγες μέρες πριν προλάβει να πάρει το γράμμα; 

    Οι απελπισμένες σκέψεις του όμως, που ήταν αποτυπωμένες στο χαρτί βρήκαν αποδέκτη τη δεσποινίδα Όλγα Ιγκνάτιεβνα. Διάβασε το γράμμα έντρομη για όλα τα βάσανα που περνούσε ο Βάνκας και αποφάσισε ότι κάτι έπρεπε να κάνει για να τον βοηθήσει. Θυμήθηκε το γράμμα που της είχε στείλει λίγο καιρό πριν η μητέρα της που έμενε στη Μόσχα. Ήταν πολύ άρρωστη και χρειαζόταν κάποιον να την φροντίζει. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, η δεσποινίδα Όλγα αποφάσισε να πάει στη Μόσχα, μιας και τίποτε δεν την κρατούσε στο χωριό. Λίγες μέρες μετά, κατέφθασε στη Μόσχα για να φροντίζει τη μητέρα της και να βοηθήσει με κάποιο τρόπο τον Βάνκα. 

Ο Π. Κ. από το Α΄4 γράφει:

    Καθώς ο Βάνκας πήγε να ρίξει το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο, του έπεσε στο χιόνι. Το σήκωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά το γράμμα είχε ήδη καταστραφεί. Βρήκε χαρτί και το ξαναέγραψε, αλλά δεν είχε φάκελο, ούτε και λεφτά για να αγοράσει καινούργιο. Σκέφτηκε να φτιάξει έναν αυτοσχέδιο και αυτό έκανε. Όμως, κατά τη μεταφορά ο φάκελος διαλύθηκε,επειδή ήταν αυτοσχέδιος. Παρόλο που ο Βάνκας ήταν περήφανος για τον εαυτό του, που σκέφτηκε αυτή τη λύση, το γράμμα του δεν παραδόθηκε ποτέ στον παππού του.  

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Φαντάσου ότι είσαι ένας από τους πιτσιρίκους που κάνουν το σάλτο στην καρότσα του φορτηγού. Αφηγήσου όσα έγιναν.



Ο Γ. Μ. του Α΄3 αφηγείται μια αστεία εκδοχή:

    Νύχτα στο Ζάππειο.

    Εγώ, ο Δημήτρης, ο Χρήστος, ο Νίκος και ένας καινούργιος στο "επάγγελμα", ο Γιαννάκης, σε μια αποστολή: να κάνουμε τη βρομοδουλειά, ενώ ο μεγαλύτερος από εμάς, ο Διονύσης - που τον φωνάζουμε Νιόνιο - θα ξεγελά το "βόδι" (έτσι λέω εγώ τους στρατιωτικούς, Ιταλούς και Γερμανούς) με το τσιγάρο του θείου του.

    Το σόου αρχίζει. Ο Νιόνιος φεύγει και απασχολεί το "βόδι". Εμείς σαλτάρουμε στη "βοϊδάμαξα" και σκάμε τα λάστιχα ένα ένα. Όσο τα σκάμε, εγώ σκέφτομαι: "Κι αν ο Γερμανός γυρίσει και μας δει; Αν το καταλάβει; Όχι! Όχι! Όχι!" Αυτή η λέξη είναι στο μυαλό μου. 

    Η δουλεία τελειώνει. Κατεβαίνω από το φορτηγό.

    - Άουφ βίντερζεν!, ακούω και παγώνω. Όλοι έφυγαν. Μόνος. Κρύβομαι κάτω από το φορτηγό. Ο Γερμανός χαμπάρι. Βρίσκω ευκαιρία και φεύγω πριν μαζευτεί όλο το "κοπάδι". 

    Όλοι είμαστε καλά. Ευτυχώς!

    Και, όπως λέει πάντα ο Νιόνιος: 

    - Ίδια ώρα, ίδιο μέρος μεθαύριο; Και... Γιώργο, είναι η σειρά σου!

Ο Κ. Σ. του Α΄4 αφηγείται:

    Ήταν η στιγμή που περιμέναμε. Το φορτηγό είχε φτάσει. Ετοιμαστήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς τις θέσεις μας. Ο πρώτος πήγε προς τον οδηγό του φορτηγού με το τσιγάρο στο χέρι. Μόλις αυτός ξεκίνησε να παίζει τον ρόλο του, εμείς αρχίσαμε τη δολιοφθορά. Κλέψαμε τρόφιμα, ρεζέρβες, μέχρι που σκίσαμε και τα πίσω λάστιχα του φορτηγού. 

    Ακούγαμε τον οδηγό να γελάει με όσα έκανε ο φίλος μας και την ίδια στιγμή βλέπαμε ένα τεράστιο όπλο να στέκεται δίπλα οτου. Φοβηθήκαμε. Έκανα τη σκέψη να του το πάρω, αλλά είπα στον εαυτό μου: "Άμα με καταλάβει, θα μπλέξω και τους φίλους μου". 

    Καθώς είχα αναλάβει τον ρόλο του τσιλιαδόρου, μόλις μου έκαναν σήμα ότι το σάλτο είχε ολοκληρωθεί, τους έκανα σήμα: "Πσσστ! Μαζέψτε τα να φύγουμε!"


Η Σ. Ε. από το Α΄4 γράφει:

    Ήταν βράδυ και εγώ με μια παρέα παιδιών πήγαμε να κάνουμε σαμποτάζ στο φορτηγό των Γερμανών.Ο "Οδυσσέας" μας, ένα παιδί από την παρέα, πήγε μπροστά να απασχολήσει τον Γερμανό. Εγώ με τα υπόλοιπα παιδιά πήγαμε στο πίσω μέρος του φορτηγού. Είχα πολύ άγχος μη μας δει ο Γερμανός, αλλά συγχρόνως ήταν πολύ διασκεδαστικό αυτό που είχαμε κατά νου να κάνουμε. 

    Εγώ έσκασα τα δύο λάστιχα, ξεβίδωσα τις ρόδες. Όλοι βοηθούσαμε για να προκαλέοσυμε όσο πιο πολλές καταστροφές γινόταν στο φορτηγό. Αφού το πετύχαμε, όλη η παρέα εξαφανίστηκε. Όταν πια νιώσαμε ασφαλείς, ήταν σα να έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Η ελπίδα για λευτεριά παρέμενε ζωντανή. 

Ο Φ. Α., μαθητής του Α΄3 αφηγείται:

    Σήμερα, επειδή πείναγα, αποφάσισα να πω στην παρέα μου να ψάξουμε τριγύρω στη γειτονιά, μήπως και βρούμε κάτι να φάμε. Όλοι συμφώνησαν.

    Ξαφνικά, βλέπω ένα γερμανικό φορτηγό να παρκάρει δίπλα στο φανάρι. Τότε ο "Οδυσσέας" μας λέει να του αποσπάσει την προσοχή, ώστε να σαλτάρουμε εμείς στην καρότσα μήπως και βρούμε τίποτα φαγώσιμο. 

    Ο "Οδυσσέας" δεν έχασε καιρό. Άρπαξε από τον δρόμο ένα πεταμένο τσιγάρο και άρχισε να απασχολεί τον Γερμανό. Εγώ και οι υπόλοιποι τρέξαμε στην καρότσα του φορτηγού. Για δεκαπέντε λεπτά ψάχναμε, αλλά τίποτα. Ξαφνικά βλέπω τον Γερμανό να μπαίνει στο φορτηγό και να ετοιμάζεται να φύγει. "Ααα, δε θα τον αφήσω να φύγει έτσι εύκολα", σκέφτηκα. Αρπάζω ένα καρφί και αρχίζω να τρυπάω τις ρεζέρβες με μανία. Ένιωσα περήφανος και θαρραλέος. 

    Φεύγοντας ακούγαμε τον Γερμανό να γαβγίζει από τη λύσσα του. Μπορεί να μην έφαγα, τουλάχιστον όμως, το ευχαριστήθηκα. 

Η Μ. Κ. από το Α΄3 γράφει: 

    Ωραία! Πήγε. Αν όμως, ο Γερμανός τον καταλάβει τώρα, την κάτσαμε όλοι μας, όχι μόνο αυτός. Σε λίγο πρέπει να πάμε. Ωχ, όχι! Πες μου ότι τον κατάλαβε! Α, όχι! Ωραία! Τώρα πρέπει να πάμε να σκάσουμε τα λάστιχα και να πάρουμε τις ρεζέρβες. Το αγαπημένο μου!  

    Χαχαχα! Τι καλά που τα λέει! Μέχρι κι εγώ γελάω. Κι ο Γερμανός, τι χαζός! Δεν κάνει καν τη δουλειά του. Ας ελπίσουμε ότι δε μας έχει υποψιαστεί και ότι θα είμαστε ασφαλείς. Πωπω! Πόσες ρεζέρβες έχουν; Είμαστε εδώ δυο ολόκληρα λεπτά και ακόμα σκάμε ρεζέρβες! 

    Ουφ! Τελειώσαμε. Άντε να τελειώσει και ο Οδυσσέας επιτέλους να πάμε σπίτι. Κουράστηκα! Ωραία, τέλειωσε! Γρήγορα, γρήγορα! Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ, αλλά και πάλι αργά είναι. Πωωω! Δεν μπορώ να τρέξω από το γέλιο! 

    Αυτό ήταν το καλύτερο σάλτο όλων των εποχών! 

Και αν η πόρτα άνοιγε ξαφνικά και έμπαινε στο σπίτι ο Αλιάχιν την ώρα που ο Βάνκας έγραφε το γράμμα στον παππού του;


Η Ν. Σ. από το Α΄4 φαντάζεται τον δικό της διάλογο:


Πολυαγαπημένε μου παππού, ...

    Ξαφνικά, το αφεντικό με αρκετή δύναμη σπρώχνει με το πόδι του την πόρτα. Ο Βάνκας τρομαγμένος κρύβει γρήγορα το γράμμα, πριν προλάβει να το δει το αφεντικό του.

- Είναι δυνατόν; Τι κάνεις εκεί; Πήγαινε γρήγορα να φροντίσεις το μωρό!

- Χίλια συγγνώμη, αφεντικό! 

- Τι κρύβεις εκεί; 

- Τίποτα σπουδαίο. Απλώς γράφω ένα γράμμα στον παππού μου, γιατί είναι ο μόνος που μου έχει απομείνει.

- Δε σου έχω πει να με ενημερώνει για καθετί που κάνεις; Δε θα ασχοληθώ άλλο μαζί σου. Τρέχα να φροντίσεις το μωρό, αλλιώς απολύεσαι!

- Μα... θέλω να το στείλω στον παππού μου. 

    Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιγής, ο Αλιάχιν πλησιάζει αργά τον Βάνκα και εκεί που δεν το περίμενε, τον χτυπά δυνατά στο μάγουλο. Ο Βάνκας τρέχει κλαμένος με το χέρι στο πρόσωπό του σκουπίζοντας τα αίματα. 

Ο Κ. Σ. του Α΄4 γράφει τον δικό του διάλογο ανάμεσα στον Βάνκα και τον Αλιάχιν:

    Καθώς ο Βάνκας έβαζε το γράμμα στον φάκελο, ξαφνικά, άκουσε την πόρτα του τσαγκαράδικου να τρίζει. Κοίταξε και είδε το αφεντικό του να μπαίνει.

- Από τώρα ήρθε; Πωωω!, είπε το μικρό παιδί και έτρεξε να κρύψει το γράμμα. Όμως, δεν πρόλαβε.

- Τι κάνεις εκεί, μικρέ; 

- Τίποτα δεν κάνω.

- Γιατί δεν προσέχεις το παιδί; 

- Εεε... έφτιαχνα κάτι παπούτσια.

- Αφού δε βλέπω εργαλεία.

- Αλήθεια σας λέω.

    Ο Αλιάχιν σήκωσε το χέρι και χτύπησε τον Βάνκα στο πρόσωπο.

- Αυτό για να μη μου ξαναπείς ψέματα. Τώρα δώσε μου αυτό που κρατάς. Αλλιώς ...

- Καλά, καλά! Είναι ένα γράμμα. 

- Για ποιον; 

- Για τον παππού μου στο χωριό.

- Δώστο μου τώρα! 

- Ορίστε!

- Τι διαβάζω εδώ, μικρέ;

- Την αλήθεια! Μου συμπεριφέρεστε πολύ άσχημα εδώ.

- Τιιι; Εμείς;;; Πήγαινε τώρα να φροντίσεις το μωρό και μην ξανακούσω τέτοιες σαχλαμάρες από το στόμα σου

Άλλη μία μαθήτρια από το Α΄4, η Κλ. Χ. φαντάζεται τον δικό της διάλογο:

- Βάνκα, τι κάνεις εκεί; Ξέρεις πως δε σε πληρώνουμε τζάμπα!

- Μα δε με πληρώνετε καν! Και επίσης, θέλω να σας πω πως δεν έχουν μείνει ούτε αποφάγια. Τι να φάω; 

- Τίποτα! Και πώς τολμάς και μου αντιμιλάς εμένα; 

- Σας παρακαλώ! Μη με χτυπάτε με τη ζώνη! Πονάω πολύ!

- Αυτό θέλω! Το μωρό κλαίει! Πήγαινε να το πάρεις!

- Μα δε σταματάει! Τα χέρια μου πονάνε! Μη με χτυπάτε! Θέλω να φύγω!

- Σταμάτα και κράτα το μωρό!

- Εντάξει, αφεντικό!

    Λίγο αργότερα ο Βάνκας με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του γράφει την τελευταία φράση στο γράμμα.

Παππού μου, πριν λίγο το αφεντικό με χτύπησε πολύ. Σε παρακαλώ, πάρε με από δω!

Η ανάγνωση σταματά ξαφνικά και τα παιδιά δίνουν τη δική τους εκδοχή στην εξέλιξη της ιστορίας.



    Είχε στο νου του ολοένα την κόρη του δασκάλου. Δεν έβλεπε μπροστά του. Όλα του φαίνονταν σκιές. Σκιά τα κρεβάτια με τ' αδέλφια που μαλώνανε για τα μαξιλάρια. Σκιά ο πατέρας που ρουφούσε το βιδάνι στο ποτήρι του. Σκιά η αδελφή του που σήκωνε το τραπέζι. 

Η ανάγνωση σταματά ξαφνικά και ... οι μαθητές αναλαμβάνουν:

Ο Α. Π. του Α΄4 επέλεξε να δώσει μια τελείως διαφορετική εξέλιξη:

    Το επόμενο πρωί πήγε στη δουλειά λίγο απογοητευμένος και έπιασε μια κιθάρα να τραγουδήσει. Αφού σχόλασε, πήρε τη μεγάλη απόφαση ... Να πάει έξω από το σπίτι της. Δειλά δειλά, χτύπησε το κουδούνι και τότε εμφανίστηκε η κόρη του δασκάλου. Ήξερε πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να τον προσέξει. Έτσι, έκανε την κίνηση και της έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια. Προς έκλπηξή του, η κοπέλα ενθουσιάστηκε με τα γοβάκια. Δεν τα είχε στη συλλογή της. "Εγώ τα έφτιαξα. Σου αρέσουν;", τη ρώτησε. Εκείνη με χαμόγελο στα χείλη του είπε πως είχε ξετρελαθεί και τον έκανε μια αγκαλιά. 

    Από τότε και μετά, όλα άλλαξαν στη ζωή του. Κάθε μέρα ήταν ξεχωριστή. 

Ο Κ. Σ. του Α΄4  είχε την ίδια ιδέα με τη συγγραφέα:

    Από την ημέρα που τα τελείωσε, τα γοβάκια έμειναν στη θέση τους. Για πολύ καιρό προσπαθούσε να πάρει την απόφαση να τα δώσει στην κόρη του δασκάλου, μα δεν το αποφάσιζε. Ώσπου ένα βράδυ που βοηθούσε τη μητέρα του στο οικογενεικό δείπνο, ήταν έτοιμος να της ανακοινώσει την απόφασή του. Την ώρα που σηκώθηκε από την καρέκλα του για να το κάνει όμως, αντίκρισε την αδελφή του με τα φτωχικά ρούχα. Έτρεξε στο δωμάτιό του και άρχισε να κλαίει και να λέει στον εαυτό του: "Μα πώς δεν την είχα δει ποτέ;" Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η μητέρα του.

- Γιατί κλαις, μικρέ μου; , τον ρώτησε.

- Επειδή η αδελφή μου είναι σε τέτοια κατάσταση, απάντησε κλαίγοντας. 

    Και ο μικρός τσαγκάρης συνέχισε: 

- Μαμά, το αποφάσισα. Θα δώσω τα κόκκινα λουστρίνια στην αδελφή μου. 

    Έτσι κι έγινε. Την επόμενη μέρα, κάλεσε την αδελφή του στο δωμάτιο και της έδωσε ένα κόκκινο κουτί. Το κορίτσι το άνοιξε και ... τι να δει; Ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια! 

    Αμέσως τον πήρε αγκαλιά κλαίγοντας από τη χαρά της. Ο μικρός τσαγκάρης την αγκάλιασε και κατάλαβε ότιείχε κάνει τη σωστή επιλογή.

Ο Φ.Α. του Α΄3 γράφει:

    Την άλλη μέρα ο μικρός τσαγκάρης με ένα χαμόγελο στα χείλη πήγε με τη μητέρα του στο σπίτι της κόρης του δασκάλου. Κάθε δευτερόλεπτο της διαδρομής ήταν βασανιστικό. Όταν γύρισε στο σπίτι της η κόρη του δασκάλου, ο μικρός τσαγκάρης τής έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια με χαρά. Η κοπέλα άνοιξε το κουτί, αλλά δεν εντυπωσιάστηκε. Του είπε ένα απλό "ευχαριστώ". Ο μικρός τσαγκάρης τη ρώτησε αν της άρεσαν και εκείνη απάντησε: "Ναι, αλλά βαρέθηκα το κόκκινο χρώμα. Τα Χριστούγεννα μου έκαναν δώρο κόκκινο φουστάνι, κόκκινο καπέλο και ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια. Δεν πειράζει όμως, θα τα δώσω στην ξαδέλφη μου". Ο μικρός τσαγκάρης έχασε το χαμόγελό του. Μουρμούρισε ένα "γεια" και έφυγε. 

Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...