Είχε στο νου του ολοένα την κόρη του δασκάλου. Δεν έβλεπε μπροστά του. Όλα του φαίνονταν σκιές. Σκιά τα κρεβάτια με τ' αδέλφια που μαλώνανε για τα μαξιλάρια. Σκιά ο πατέρας που ρουφούσε το βιδάνι στο ποτήρι του. Σκιά η αδελφή του που σήκωνε το τραπέζι.
Η ανάγνωση σταματά ξαφνικά και ... οι μαθητές αναλαμβάνουν:
Ο Α. Π. του Α΄4 επέλεξε να δώσει μια τελείως διαφορετική εξέλιξη:
Το επόμενο πρωί πήγε στη δουλειά λίγο απογοητευμένος και έπιασε μια κιθάρα να τραγουδήσει. Αφού σχόλασε, πήρε τη μεγάλη απόφαση ... Να πάει έξω από το σπίτι της. Δειλά δειλά, χτύπησε το κουδούνι και τότε εμφανίστηκε η κόρη του δασκάλου. Ήξερε πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να τον προσέξει. Έτσι, έκανε την κίνηση και της έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια. Προς έκλπηξή του, η κοπέλα ενθουσιάστηκε με τα γοβάκια. Δεν τα είχε στη συλλογή της. "Εγώ τα έφτιαξα. Σου αρέσουν;", τη ρώτησε. Εκείνη με χαμόγελο στα χείλη του είπε πως είχε ξετρελαθεί και τον έκανε μια αγκαλιά.
Από τότε και μετά, όλα άλλαξαν στη ζωή του. Κάθε μέρα ήταν ξεχωριστή.
Ο Κ. Σ. του Α΄4 είχε την ίδια ιδέα με τη συγγραφέα:
Από την ημέρα που τα τελείωσε, τα γοβάκια έμειναν στη θέση τους. Για πολύ καιρό προσπαθούσε να πάρει την απόφαση να τα δώσει στην κόρη του δασκάλου, μα δεν το αποφάσιζε. Ώσπου ένα βράδυ που βοηθούσε τη μητέρα του στο οικογενεικό δείπνο, ήταν έτοιμος να της ανακοινώσει την απόφασή του. Την ώρα που σηκώθηκε από την καρέκλα του για να το κάνει όμως, αντίκρισε την αδελφή του με τα φτωχικά ρούχα. Έτρεξε στο δωμάτιό του και άρχισε να κλαίει και να λέει στον εαυτό του: "Μα πώς δεν την είχα δει ποτέ;" Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η μητέρα του.
- Γιατί κλαις, μικρέ μου; , τον ρώτησε.
- Επειδή η αδελφή μου είναι σε τέτοια κατάσταση, απάντησε κλαίγοντας.
Και ο μικρός τσαγκάρης συνέχισε:
- Μαμά, το αποφάσισα. Θα δώσω τα κόκκινα λουστρίνια στην αδελφή μου.
Έτσι κι έγινε. Την επόμενη μέρα, κάλεσε την αδελφή του στο δωμάτιο και της έδωσε ένα κόκκινο κουτί. Το κορίτσι το άνοιξε και ... τι να δει; Ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια!
Αμέσως τον πήρε αγκαλιά κλαίγοντας από τη χαρά της. Ο μικρός τσαγκάρης την αγκάλιασε και κατάλαβε ότιείχε κάνει τη σωστή επιλογή.
Ο Φ.Α. του Α΄3 γράφει:
Την άλλη μέρα ο μικρός τσαγκάρης με ένα χαμόγελο στα χείλη πήγε με τη μητέρα του στο σπίτι της κόρης του δασκάλου. Κάθε δευτερόλεπτο της διαδρομής ήταν βασανιστικό. Όταν γύρισε στο σπίτι της η κόρη του δασκάλου, ο μικρός τσαγκάρης τής έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια με χαρά. Η κοπέλα άνοιξε το κουτί, αλλά δεν εντυπωσιάστηκε. Του είπε ένα απλό "ευχαριστώ". Ο μικρός τσαγκάρης τη ρώτησε αν της άρεσαν και εκείνη απάντησε: "Ναι, αλλά βαρέθηκα το κόκκινο χρώμα. Τα Χριστούγεννα μου έκαναν δώρο κόκκινο φουστάνι, κόκκινο καπέλο και ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια. Δεν πειράζει όμως, θα τα δώσω στην ξαδέλφη μου". Ο μικρός τσαγκάρης έχασε το χαμόγελό του. Μουρμούρισε ένα "γεια" και έφυγε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.