Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

"Το πιο γλυκό ψωμί" εμπνέει τους μαθητές και έτσι φτιάχνουν τα δικά τους παραμύθια

  

Ο ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΟΣ ΛΥΚΟΣ


Από τη μαθήτρια του Α2 Α.Μ




Μια φορά και έναν καιρό σε μία πολιτεία βαθιά μέσα στο δάσος ζούσαν μαζί όλα τα ζώα της φύσης. Σε  ένα σπιτάκι λίγο έξω από την πόλη ζούσε ένας κατάμαυρος λύκος. Ο λύκος ήταν πολύ στενοχωρημένος, γιατί παρ’ όλο που ήταν υγιέστατος, ήταν πολύ παρεξηγημένος. Ήταν ένας πολύ διαφορετικός λύκος από τους συνηθισμένους , ήταν χορτοφάγος και δεν του περνούσε από το μυαλό να φάει κάποιο άλλο ζώο. Παρόλα αυτά όμως όλοι τον φοβούνταν γιατί υπήρχε μία προϊστορία με  τους λύκους.

Μία μέρα, επειδή του είχαν τελειώσει τα τρόφιμα, αναγκάστηκε να πάει στην πόλη να αγοράσει από το μπακάλικο ό,τι χρειαζόταν. Εκείνος δεν είχε πρόβλημα, μα δεν ήξερε πώς θα τον αντιμετώπιζαν. Όταν έφθασε λοιπόν στην πόλη είδε μικρά ζωάκια, κουνελάκια και αλεπουδάκια, να παίζουν κρυφτό , μόλις όμως κατάλαβαν πως τους είχε πλησιάσει ο λύκος, έτρεξαν κατευθείαν μακριά του. Εκείνος στενοχωρημένος συνέχισε προς το μπακάλικο. Όταν έφθασε στο μπακάλικο μία έκπληξη τον περίμενε. Εκεί ήταν ο πρόεδρος και μαζί του οι αστυνομικοί κουνέλια. Ο πρόεδρος φαινόταν πολύ θυμωμένος και είπε:

-Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Δεν είπαμε την προηγούμενη φορά που ήρθες και τρομοκράτησες όλο το χωριό πως αν ξαναγυρίσεις θα έχεις κακά ξεμπερδέματα;

-Μα…..

-Σιωπή ,τον διέκοψε ο πρόεδρος τώρα μιλάω εγώ. Συλλαμβάνεσαι για τρομοκράτηση του λαού μου.

Χωρίς να απαντήσει ο λύκος ,απλά ακολούθησε τους αστυνομικούς. Όταν μεταφέρθηκε στο κελί, στεκόταν μπροστά του ένας φύλακας (τίγρης) να τον προσέχει. Όταν έφυγαν όλοι, ο φύλακας τον ρωτάει:

-Ώστε είσαι τόσο άγριος όσο λένε όλοι;

Ο λύκος άνοιξε το στόμα του να απαντήσει μα οι λέξεις δεν έβγαιναν.

-Δεν είσαι, το ξέρω εγώ, και εμένα έτσι με παρεξηγούσαν.. δεν χωράει βλέπεις μια τίγρης σε αυτήν την πολιτεία.

-Ούτε ένας λύκος σαν και εμένα .

-Ο κόσμος βλέπεις δεν δέχεται το διαφορετικό, το καταλαβαίνεις αυτό;

-Τι σημασία έχει τώρα; Θα με αφήσουν εδώ για πάντα και δεν θα προλάβω να δείξω ποιος πραγματικά είμαι .

-Αν μου υποσχεθείς πως θα δώσεις ένα μάθημα σε αυτόν τον κόσμο θα σε ελευθερώσω..

-Αλήθεια, μπορείς να το κάνεις αυτό;

-Εγώ μπορώ, το θέμα είναι αν εσύ μπορείς.

-Φυσικά και μπορώ, το να καταλάβει ο κόσμος εδώ ότι το διαφορετικό είναι αποδεκτό, είναι όνειρο ζωής. Το θέλω πραγματικά…. αλλά θα τα καταφέρω;

-Η θέληση και μόνο δείχνει πως είσαι ικανός για τα πάντα.

Έτσι ο φύλακας ξεκλείδωσε το κελί και τον άφησε να φύγει. Μα όταν έγινε αυτό ο λύκος παρατήρησε τη στενοχώρια του τίγρη.

-Θες να έρθεις μαζί μου , τον ρώτησε.

Εκείνος χαμογέλασε και έτρεξαν μαζί προς την πλατεία του χωριού.

Εκεί ήταν μαζεμένος πολύς κόσμος , γιατί θα παιζόταν μία παράσταση. Όταν έφθασαν πέρασαν κρυφά από το μεγάλο πλήθος με θάρρος και αποφασιστικότητα! Ανέβηκαν στην σκηνή και άρχισαν να μιλούν. Για κάποιο λόγο ο πρόεδρος και οι αστυνομικοί ούτε που τους πλησίασαν.

-Προσοχή παρακαλώ! Αυτό δεν είναι μέρος της παράστασης απλά θέλουμε να εκφράσουμε την γνώμη μας. Από την στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου ποτέ δεν είχα την ελευθερία ούτε να περπατήσω στον δρόμο. Πάντα πίστευα πως έχω κάποιο πρόβλημα μα τελικά συνειδητοποίησα πως δεν έχω εγώ το πρόβλημα ,μα είναι οι ανασφάλειες που έχει ο καθένας μας  να δείχνει λίγο διαφορετικός. Μα όλοι σε αυτή τη ζωή έχουμε καταντήσει ίδιοι. Το ότι εγώ είμαι λύκος δεν σημαίνει πως μοιάζω με λύκους των προηγούμενων γενιών. Ή ο φίλος μου από εδώ.

-Γιατί να κρίνουμε ένα βιβλίο από το εξώφυλλο ενώ μπορούμε να το διαβάσουμε και να μάθουμε περισσότερα για αυτό;

Συμπλήρωσε ο φύλακας. Μα τη στιγμή που πήγε να προσθέσει κάτι ακόμη ο πρόεδρος ανεβαίνει πάνω στην σκηνή και ετοιμάζεται να τους επιτεθεί. Αλλά πριν προλάβει να κουνηθεί περισσότερο, σηκώνει ένας πολίτης το χέρι και φωνάζει ρυθμικά;

-Ελευθερία ζωής.

Και αρχίζει όλο το πλήθος να φωνάζει…

Τελικά υπήρξε η ελευθερία , ο πρόεδρος αποσύρθηκε και όλη η πολιτεία ήταν τελείως διαφορετική. Ο λύκος τώρα ζούσε με τον τίγρη σε ένα σπίτι στο κέντρο της πλατείας. Όλοι οι πολίτες ήταν διαφορετικοί μεταξύ τους και πολύ χαρούμενοι. Πρόεδρος έγινε ο τίγρης για πολλά χρόνια αργότερα και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

 


Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Οι μαθητές επιλέγουν τη δική τους εκδοχή για την τύχη που είχε το γράμμα του Βάνκα

Ο Κ.Σ. από το Α΄4 γράφει:

    Το επόμενο πρωί βρήκε τον Βάνκα ταλαιπωρημένο από το κρύο της νύχτας έχοντας νωπά ακόμα τα γλυκά όνειρα που έβλεπε με τον παππού του όλο το βράδυ. Σιγά σιγά, προσπαθώντας να είναι αθόρυβος για να μην τον πάρει είδηση ο Αλιάχιν, θυμήθηκε ότι ο παππούς του, πριν φύγει, του είχε δώσει ένα σημείωμα με την ακριβή διεύθυνση του σπιτιού στο χωριό. Την έγραψε στον φάκελο και βγήκε γρήγορα γρήγορα έξω στην παγωμένη Μόσχα, κατευθύνθηκε προς το ταχυδρομείο και έριξε το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο γεμάτος με ανάμικτα συναισθήματα ελπίδας και αισιοδοξίας. 

    Έτσι βασανιστικά πέρασαν πολλές μέρες χωρίς καμιά απόκριση. Ο Βάνκας περίμενε μάταια. Πώς να ξέρει μια αθώα ψυχή, άλλωστε, πως ο παππούς του είχε πεθάνει λίγες μέρες πριν προλάβει να πάρει το γράμμα; 

    Οι απελπισμένες σκέψεις του όμως, που ήταν αποτυπωμένες στο χαρτί βρήκαν αποδέκτη τη δεσποινίδα Όλγα Ιγκνάτιεβνα. Διάβασε το γράμμα έντρομη για όλα τα βάσανα που περνούσε ο Βάνκας και αποφάσισε ότι κάτι έπρεπε να κάνει για να τον βοηθήσει. Θυμήθηκε το γράμμα που της είχε στείλει λίγο καιρό πριν η μητέρα της που έμενε στη Μόσχα. Ήταν πολύ άρρωστη και χρειαζόταν κάποιον να την φροντίζει. Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, η δεσποινίδα Όλγα αποφάσισε να πάει στη Μόσχα, μιας και τίποτε δεν την κρατούσε στο χωριό. Λίγες μέρες μετά, κατέφθασε στη Μόσχα για να φροντίζει τη μητέρα της και να βοηθήσει με κάποιο τρόπο τον Βάνκα. 

Ο Π. Κ. από το Α΄4 γράφει:

    Καθώς ο Βάνκας πήγε να ρίξει το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο, του έπεσε στο χιόνι. Το σήκωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά το γράμμα είχε ήδη καταστραφεί. Βρήκε χαρτί και το ξαναέγραψε, αλλά δεν είχε φάκελο, ούτε και λεφτά για να αγοράσει καινούργιο. Σκέφτηκε να φτιάξει έναν αυτοσχέδιο και αυτό έκανε. Όμως, κατά τη μεταφορά ο φάκελος διαλύθηκε,επειδή ήταν αυτοσχέδιος. Παρόλο που ο Βάνκας ήταν περήφανος για τον εαυτό του, που σκέφτηκε αυτή τη λύση, το γράμμα του δεν παραδόθηκε ποτέ στον παππού του.  

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Φαντάσου ότι είσαι ένας από τους πιτσιρίκους που κάνουν το σάλτο στην καρότσα του φορτηγού. Αφηγήσου όσα έγιναν.



Ο Γ. Μ. του Α΄3 αφηγείται μια αστεία εκδοχή:

    Νύχτα στο Ζάππειο.

    Εγώ, ο Δημήτρης, ο Χρήστος, ο Νίκος και ένας καινούργιος στο "επάγγελμα", ο Γιαννάκης, σε μια αποστολή: να κάνουμε τη βρομοδουλειά, ενώ ο μεγαλύτερος από εμάς, ο Διονύσης - που τον φωνάζουμε Νιόνιο - θα ξεγελά το "βόδι" (έτσι λέω εγώ τους στρατιωτικούς, Ιταλούς και Γερμανούς) με το τσιγάρο του θείου του.

    Το σόου αρχίζει. Ο Νιόνιος φεύγει και απασχολεί το "βόδι". Εμείς σαλτάρουμε στη "βοϊδάμαξα" και σκάμε τα λάστιχα ένα ένα. Όσο τα σκάμε, εγώ σκέφτομαι: "Κι αν ο Γερμανός γυρίσει και μας δει; Αν το καταλάβει; Όχι! Όχι! Όχι!" Αυτή η λέξη είναι στο μυαλό μου. 

    Η δουλεία τελειώνει. Κατεβαίνω από το φορτηγό.

    - Άουφ βίντερζεν!, ακούω και παγώνω. Όλοι έφυγαν. Μόνος. Κρύβομαι κάτω από το φορτηγό. Ο Γερμανός χαμπάρι. Βρίσκω ευκαιρία και φεύγω πριν μαζευτεί όλο το "κοπάδι". 

    Όλοι είμαστε καλά. Ευτυχώς!

    Και, όπως λέει πάντα ο Νιόνιος: 

    - Ίδια ώρα, ίδιο μέρος μεθαύριο; Και... Γιώργο, είναι η σειρά σου!

Ο Κ. Σ. του Α΄4 αφηγείται:

    Ήταν η στιγμή που περιμέναμε. Το φορτηγό είχε φτάσει. Ετοιμαστήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς τις θέσεις μας. Ο πρώτος πήγε προς τον οδηγό του φορτηγού με το τσιγάρο στο χέρι. Μόλις αυτός ξεκίνησε να παίζει τον ρόλο του, εμείς αρχίσαμε τη δολιοφθορά. Κλέψαμε τρόφιμα, ρεζέρβες, μέχρι που σκίσαμε και τα πίσω λάστιχα του φορτηγού. 

    Ακούγαμε τον οδηγό να γελάει με όσα έκανε ο φίλος μας και την ίδια στιγμή βλέπαμε ένα τεράστιο όπλο να στέκεται δίπλα οτου. Φοβηθήκαμε. Έκανα τη σκέψη να του το πάρω, αλλά είπα στον εαυτό μου: "Άμα με καταλάβει, θα μπλέξω και τους φίλους μου". 

    Καθώς είχα αναλάβει τον ρόλο του τσιλιαδόρου, μόλις μου έκαναν σήμα ότι το σάλτο είχε ολοκληρωθεί, τους έκανα σήμα: "Πσσστ! Μαζέψτε τα να φύγουμε!"


Η Σ. Ε. από το Α΄4 γράφει:

    Ήταν βράδυ και εγώ με μια παρέα παιδιών πήγαμε να κάνουμε σαμποτάζ στο φορτηγό των Γερμανών.Ο "Οδυσσέας" μας, ένα παιδί από την παρέα, πήγε μπροστά να απασχολήσει τον Γερμανό. Εγώ με τα υπόλοιπα παιδιά πήγαμε στο πίσω μέρος του φορτηγού. Είχα πολύ άγχος μη μας δει ο Γερμανός, αλλά συγχρόνως ήταν πολύ διασκεδαστικό αυτό που είχαμε κατά νου να κάνουμε. 

    Εγώ έσκασα τα δύο λάστιχα, ξεβίδωσα τις ρόδες. Όλοι βοηθούσαμε για να προκαλέοσυμε όσο πιο πολλές καταστροφές γινόταν στο φορτηγό. Αφού το πετύχαμε, όλη η παρέα εξαφανίστηκε. Όταν πια νιώσαμε ασφαλείς, ήταν σα να έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Η ελπίδα για λευτεριά παρέμενε ζωντανή. 

Ο Φ. Α., μαθητής του Α΄3 αφηγείται:

    Σήμερα, επειδή πείναγα, αποφάσισα να πω στην παρέα μου να ψάξουμε τριγύρω στη γειτονιά, μήπως και βρούμε κάτι να φάμε. Όλοι συμφώνησαν.

    Ξαφνικά, βλέπω ένα γερμανικό φορτηγό να παρκάρει δίπλα στο φανάρι. Τότε ο "Οδυσσέας" μας λέει να του αποσπάσει την προσοχή, ώστε να σαλτάρουμε εμείς στην καρότσα μήπως και βρούμε τίποτα φαγώσιμο. 

    Ο "Οδυσσέας" δεν έχασε καιρό. Άρπαξε από τον δρόμο ένα πεταμένο τσιγάρο και άρχισε να απασχολεί τον Γερμανό. Εγώ και οι υπόλοιποι τρέξαμε στην καρότσα του φορτηγού. Για δεκαπέντε λεπτά ψάχναμε, αλλά τίποτα. Ξαφνικά βλέπω τον Γερμανό να μπαίνει στο φορτηγό και να ετοιμάζεται να φύγει. "Ααα, δε θα τον αφήσω να φύγει έτσι εύκολα", σκέφτηκα. Αρπάζω ένα καρφί και αρχίζω να τρυπάω τις ρεζέρβες με μανία. Ένιωσα περήφανος και θαρραλέος. 

    Φεύγοντας ακούγαμε τον Γερμανό να γαβγίζει από τη λύσσα του. Μπορεί να μην έφαγα, τουλάχιστον όμως, το ευχαριστήθηκα. 

Η Μ. Κ. από το Α΄3 γράφει: 

    Ωραία! Πήγε. Αν όμως, ο Γερμανός τον καταλάβει τώρα, την κάτσαμε όλοι μας, όχι μόνο αυτός. Σε λίγο πρέπει να πάμε. Ωχ, όχι! Πες μου ότι τον κατάλαβε! Α, όχι! Ωραία! Τώρα πρέπει να πάμε να σκάσουμε τα λάστιχα και να πάρουμε τις ρεζέρβες. Το αγαπημένο μου!  

    Χαχαχα! Τι καλά που τα λέει! Μέχρι κι εγώ γελάω. Κι ο Γερμανός, τι χαζός! Δεν κάνει καν τη δουλειά του. Ας ελπίσουμε ότι δε μας έχει υποψιαστεί και ότι θα είμαστε ασφαλείς. Πωπω! Πόσες ρεζέρβες έχουν; Είμαστε εδώ δυο ολόκληρα λεπτά και ακόμα σκάμε ρεζέρβες! 

    Ουφ! Τελειώσαμε. Άντε να τελειώσει και ο Οδυσσέας επιτέλους να πάμε σπίτι. Κουράστηκα! Ωραία, τέλειωσε! Γρήγορα, γρήγορα! Τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ, αλλά και πάλι αργά είναι. Πωωω! Δεν μπορώ να τρέξω από το γέλιο! 

    Αυτό ήταν το καλύτερο σάλτο όλων των εποχών! 

Και αν η πόρτα άνοιγε ξαφνικά και έμπαινε στο σπίτι ο Αλιάχιν την ώρα που ο Βάνκας έγραφε το γράμμα στον παππού του;


Η Ν. Σ. από το Α΄4 φαντάζεται τον δικό της διάλογο:


Πολυαγαπημένε μου παππού, ...

    Ξαφνικά, το αφεντικό με αρκετή δύναμη σπρώχνει με το πόδι του την πόρτα. Ο Βάνκας τρομαγμένος κρύβει γρήγορα το γράμμα, πριν προλάβει να το δει το αφεντικό του.

- Είναι δυνατόν; Τι κάνεις εκεί; Πήγαινε γρήγορα να φροντίσεις το μωρό!

- Χίλια συγγνώμη, αφεντικό! 

- Τι κρύβεις εκεί; 

- Τίποτα σπουδαίο. Απλώς γράφω ένα γράμμα στον παππού μου, γιατί είναι ο μόνος που μου έχει απομείνει.

- Δε σου έχω πει να με ενημερώνει για καθετί που κάνεις; Δε θα ασχοληθώ άλλο μαζί σου. Τρέχα να φροντίσεις το μωρό, αλλιώς απολύεσαι!

- Μα... θέλω να το στείλω στον παππού μου. 

    Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιγής, ο Αλιάχιν πλησιάζει αργά τον Βάνκα και εκεί που δεν το περίμενε, τον χτυπά δυνατά στο μάγουλο. Ο Βάνκας τρέχει κλαμένος με το χέρι στο πρόσωπό του σκουπίζοντας τα αίματα. 

Ο Κ. Σ. του Α΄4 γράφει τον δικό του διάλογο ανάμεσα στον Βάνκα και τον Αλιάχιν:

    Καθώς ο Βάνκας έβαζε το γράμμα στον φάκελο, ξαφνικά, άκουσε την πόρτα του τσαγκαράδικου να τρίζει. Κοίταξε και είδε το αφεντικό του να μπαίνει.

- Από τώρα ήρθε; Πωωω!, είπε το μικρό παιδί και έτρεξε να κρύψει το γράμμα. Όμως, δεν πρόλαβε.

- Τι κάνεις εκεί, μικρέ; 

- Τίποτα δεν κάνω.

- Γιατί δεν προσέχεις το παιδί; 

- Εεε... έφτιαχνα κάτι παπούτσια.

- Αφού δε βλέπω εργαλεία.

- Αλήθεια σας λέω.

    Ο Αλιάχιν σήκωσε το χέρι και χτύπησε τον Βάνκα στο πρόσωπο.

- Αυτό για να μη μου ξαναπείς ψέματα. Τώρα δώσε μου αυτό που κρατάς. Αλλιώς ...

- Καλά, καλά! Είναι ένα γράμμα. 

- Για ποιον; 

- Για τον παππού μου στο χωριό.

- Δώστο μου τώρα! 

- Ορίστε!

- Τι διαβάζω εδώ, μικρέ;

- Την αλήθεια! Μου συμπεριφέρεστε πολύ άσχημα εδώ.

- Τιιι; Εμείς;;; Πήγαινε τώρα να φροντίσεις το μωρό και μην ξανακούσω τέτοιες σαχλαμάρες από το στόμα σου

Άλλη μία μαθήτρια από το Α΄4, η Κλ. Χ. φαντάζεται τον δικό της διάλογο:

- Βάνκα, τι κάνεις εκεί; Ξέρεις πως δε σε πληρώνουμε τζάμπα!

- Μα δε με πληρώνετε καν! Και επίσης, θέλω να σας πω πως δεν έχουν μείνει ούτε αποφάγια. Τι να φάω; 

- Τίποτα! Και πώς τολμάς και μου αντιμιλάς εμένα; 

- Σας παρακαλώ! Μη με χτυπάτε με τη ζώνη! Πονάω πολύ!

- Αυτό θέλω! Το μωρό κλαίει! Πήγαινε να το πάρεις!

- Μα δε σταματάει! Τα χέρια μου πονάνε! Μη με χτυπάτε! Θέλω να φύγω!

- Σταμάτα και κράτα το μωρό!

- Εντάξει, αφεντικό!

    Λίγο αργότερα ο Βάνκας με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του γράφει την τελευταία φράση στο γράμμα.

Παππού μου, πριν λίγο το αφεντικό με χτύπησε πολύ. Σε παρακαλώ, πάρε με από δω!

Η ανάγνωση σταματά ξαφνικά και τα παιδιά δίνουν τη δική τους εκδοχή στην εξέλιξη της ιστορίας.



    Είχε στο νου του ολοένα την κόρη του δασκάλου. Δεν έβλεπε μπροστά του. Όλα του φαίνονταν σκιές. Σκιά τα κρεβάτια με τ' αδέλφια που μαλώνανε για τα μαξιλάρια. Σκιά ο πατέρας που ρουφούσε το βιδάνι στο ποτήρι του. Σκιά η αδελφή του που σήκωνε το τραπέζι. 

Η ανάγνωση σταματά ξαφνικά και ... οι μαθητές αναλαμβάνουν:

Ο Α. Π. του Α΄4 επέλεξε να δώσει μια τελείως διαφορετική εξέλιξη:

    Το επόμενο πρωί πήγε στη δουλειά λίγο απογοητευμένος και έπιασε μια κιθάρα να τραγουδήσει. Αφού σχόλασε, πήρε τη μεγάλη απόφαση ... Να πάει έξω από το σπίτι της. Δειλά δειλά, χτύπησε το κουδούνι και τότε εμφανίστηκε η κόρη του δασκάλου. Ήξερε πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να τον προσέξει. Έτσι, έκανε την κίνηση και της έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια. Προς έκλπηξή του, η κοπέλα ενθουσιάστηκε με τα γοβάκια. Δεν τα είχε στη συλλογή της. "Εγώ τα έφτιαξα. Σου αρέσουν;", τη ρώτησε. Εκείνη με χαμόγελο στα χείλη του είπε πως είχε ξετρελαθεί και τον έκανε μια αγκαλιά. 

    Από τότε και μετά, όλα άλλαξαν στη ζωή του. Κάθε μέρα ήταν ξεχωριστή. 

Ο Κ. Σ. του Α΄4  είχε την ίδια ιδέα με τη συγγραφέα:

    Από την ημέρα που τα τελείωσε, τα γοβάκια έμειναν στη θέση τους. Για πολύ καιρό προσπαθούσε να πάρει την απόφαση να τα δώσει στην κόρη του δασκάλου, μα δεν το αποφάσιζε. Ώσπου ένα βράδυ που βοηθούσε τη μητέρα του στο οικογενεικό δείπνο, ήταν έτοιμος να της ανακοινώσει την απόφασή του. Την ώρα που σηκώθηκε από την καρέκλα του για να το κάνει όμως, αντίκρισε την αδελφή του με τα φτωχικά ρούχα. Έτρεξε στο δωμάτιό του και άρχισε να κλαίει και να λέει στον εαυτό του: "Μα πώς δεν την είχα δει ποτέ;" Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η μητέρα του.

- Γιατί κλαις, μικρέ μου; , τον ρώτησε.

- Επειδή η αδελφή μου είναι σε τέτοια κατάσταση, απάντησε κλαίγοντας. 

    Και ο μικρός τσαγκάρης συνέχισε: 

- Μαμά, το αποφάσισα. Θα δώσω τα κόκκινα λουστρίνια στην αδελφή μου. 

    Έτσι κι έγινε. Την επόμενη μέρα, κάλεσε την αδελφή του στο δωμάτιο και της έδωσε ένα κόκκινο κουτί. Το κορίτσι το άνοιξε και ... τι να δει; Ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια! 

    Αμέσως τον πήρε αγκαλιά κλαίγοντας από τη χαρά της. Ο μικρός τσαγκάρης την αγκάλιασε και κατάλαβε ότιείχε κάνει τη σωστή επιλογή.

Ο Φ.Α. του Α΄3 γράφει:

    Την άλλη μέρα ο μικρός τσαγκάρης με ένα χαμόγελο στα χείλη πήγε με τη μητέρα του στο σπίτι της κόρης του δασκάλου. Κάθε δευτερόλεπτο της διαδρομής ήταν βασανιστικό. Όταν γύρισε στο σπίτι της η κόρη του δασκάλου, ο μικρός τσαγκάρης τής έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια με χαρά. Η κοπέλα άνοιξε το κουτί, αλλά δεν εντυπωσιάστηκε. Του είπε ένα απλό "ευχαριστώ". Ο μικρός τσαγκάρης τη ρώτησε αν της άρεσαν και εκείνη απάντησε: "Ναι, αλλά βαρέθηκα το κόκκινο χρώμα. Τα Χριστούγεννα μου έκαναν δώρο κόκκινο φουστάνι, κόκκινο καπέλο και ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια. Δεν πειράζει όμως, θα τα δώσω στην ξαδέλφη μου". Ο μικρός τσαγκάρης έχασε το χαμόγελό του. Μουρμούρισε ένα "γεια" και έφυγε. 

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Με αφορμή το διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη "Τ' αγνάντεμα"

 

Πέρασαν και οι Απόκριες... Και ήρθε η στιγμή της αναχώρησης των ναυτικών... η στιγμή του αποχαιρετισμού... Πώς νιώθει άραγε αυτός που φεύγει...; Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γ2 γράφουν..





Από τη μαθήτρια του Γ2 Ε.Μ

Η φωνή του καπετάνιου ακούστηκε δυνατά στο λιμάνι. "Όλοι στις θέσεις σας!", φώναξε. Ήρθε η ώρα να φύγουμε. Ένιωσα μια στεναχώρια, αλλά και χαρά ταυτόχρονα. Η θάλασσα, άγνωστη και γοητευτική, με καλούσε σε νέες περιπέτειες, αλλά άφηνα πίσω μου αγαπημένα πρόσωπα, ίσως για μήνες, ίσως για χρόνια. Στα μάτια των γυναικών, που είχαν έρθει στην άκρη του λιμανιού, έβλεπα θλίψη, φόβο, αλλά και περηφάνια. Τα βλέμματά τους ήταν καρφωμένα στα καράβια, σα να ήθελαν να μας κρατήσουν δεμένους με αόρατες αλυσίδες. Η Μαρία, η αγαπημένη μου, με κοιτούσε με μάτια υγρά. Χαιρετήσαμε σιωπηλά, με μια υπόσχεση για αιώνια αγάπη. 

Η αλμύρα του πελάγους γαργαλούσε το πρόσωπό μου καθώς το πλοίο έπαιρνε σιγά σιγά ταχύτητα. Τα σπίτια και οι άνθρωποι σιγά σιγά έσβηναν στο βάθος, μέχρι που έγιναν μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Μόνο η θάλασσα απλωνόταν τώρα μπροστά μας, απέραντη και άπειρη. Στο κατάστρωμα, οι ναύτες έσπευδαν να τσεκάρουν τα σχοινιά και τα πανιά. Ο καπετάνιος, όρθιος στο τιμόνι, με μάτια καρφωμένα στο απέραντο γαλάζιο, έδινε τις απαραίτητες εντολές. Η φωνή του, γεμάτη σιγουριά και εμπειρία, γέμιζε τους άντρες με θάρρος. .

Στο μυαλό μου στριφογύριζαν σκέψεις. Σκέψεις για άγνωστα μέρη, για θησαυρούς και περιπέτειες, για μάχες με πειρατές και τρικυμίες. Σκέψεις για την οικογένεια που άφησα πίσω, για την αγάπη μου, για την επιστροφή. Η ζωή στη θάλασσα ήταν δύσκολη, γεμάτη κινδύνους και στερήσεις. Μα ήταν και μια ζωή γεμάτη ελευθερία, ομορφιά και δυνατές συγκινήσεις. Ήταν η ζωή που επέλεξα, η ζωή που ποθούσα. Έσφιξα τα δόντια και σήκωσα το κεφάλι ψηλά. Ο άνεμος μού μαστίγωνε το πρόσωπο, η αλμύρα έτσουζε τα μάτια μου. Ήμουν έτοιμος. Έτοιμος για όλα όσα η μοίρα μου επιφύλασσε..

Από τη μαθήτρια του Γ2 Σ.Μ

Την Άνοιξη ήταν η περίοδος που αναχωρούσαμε για το ταξίδι μας. Κανένας από το πλήρωμα δεν ήθελε να αποχωριστεί τη ζεστασιά του σπιτιού του και την οικογένεια του. Δεν θέλαμε να αποχωριστούμε το ¨σπίτι¨ μας. Ετοιμάσαμε το πλοίο και σηκώσαμε τα πανιά, αλλά καθυστερούσαμε με όποιον τρόπο μπορούσαμε την αναχώρησή μας. Επιβιβαστήκαμε στο πλοίο και σαλπάραμε στο γαλάζιο πέλαγος. Ανύψωσα το βλέμμα μου και είδα την γυναίκα μου και τη κόρη μου να με αποχαιρετούν κουνώντας τα χέρια τους. Τα μάτια γέμισαν με δάκρυα, θα μου έλειπαν αφάνταστα για όσο θα ήμουν στο ταξίδι. Είχα υποσχεθεί στην κόρη μου να της φέρω προικιά από μέρη μακρινά. Γύρισα και κοίταξα το υπόλοιπο πλήρωμα, ήταν όλοι στεναχωρημένοι. Παρόλο που κάποιοι δεν το έδειξαν, το είδα στα μάτια τους, είδα τη λύπη που θα αποχωριζόντουσαν την οικογένεια τους και τη Σκιάθο. Όσο πιο μέσα στο πέλαγος πήγαινε το καράβι, τόσο πιο μικρές φαινόντουσαν οι φιγούρες των γυναικών και των παιδιών πάνω στον βράχο που μας αποχαιρετούσαν…

Από τη μαθήτρια του Γ2 Κ.Μ 

Ημέρα αναχώρησης, ίσως η δυσκολότερη απ' όλες... Έχοντας κοιμηθεί ελάχιστα και παίρνοντας ένα ψωμοτύρι για το δρόμο, ήταν πλέον η ώρα ν' αποχωρήσουμε για το λιμάνι. Η καπετάνισσα και τα παιδιά ήρθαν να με συνοδεύσουν. Μπροστά εγώ, μετά η καπετάνισσα και πίσω τα παιδιά, όλοι με σκυμμένα κεφάλια, για μια ακόμα φορά έπρεπε ν' αποχαιρετήσουμε ο ένας τον άλλον. Κάποιος θα έλεγε ότι μετά από τόσο καιρό ήταν πλέον σύνηθες για μας. Ωστόσο, δε νομίζω να συνηθίσω ποτέ να μένω μακριά από τους αγαπημένους μου...

Με τα πολλά, φτάσαμε στο λιμάνι και ήρθε η ώρα της αναχώρησης. Τα μάτια της καπετάνισσας πλημμύρισαν από δάκρυα και τα παιδιά δεν ήθελαν να με αφήσουν. Δε θα πω ψέματα, όταν αντέδρασαν έτσι, η καρδιά μου ήθελε να μείνει, όμως ήξερα ότι δεν είναι αυτό δυνατόν.. Έτσι τους είπα: "Θα γυρίσω σύντομα...αν και είμαι πάντα εδώ, ακόμα κι όταν δεν είμαι! Σας αγαπώ!"

 

Το διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη "Τ' αγνάντεμα" στάθηκε η αφορμή για να συζητήσουμε τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αγωνίες των ανθρώπων που μένουν πίσω... αγναντεύοντας το πέλαγος...περιμένοντας το αγαπημένο του πρόσωπο να γυρίσει από το ταξίδι του στις θάλασσες του κόσμου... 

 Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γ1 και του Γ2 έγιναν η σύντροφος, η μάνα, η αδελφή, ο γιος, η κόρη του ναυτικού και του έστειλαν ένα γράμμα.. 

Από τη μαθήτρια του Γ2 Α.Λ 

Αγαπητέ μου μπαμπά,

Ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει καλά και υγιή, έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έφυγες και κάθε μέρα μας λείπεις όλο και περισσότερο. Η μαμά παλεύει την στεναχώρια της, γατί δεν θέλει να δείχνει αδύναμη στα μάτια μας αλλά η γιαγιά από την άλλη δεν μπορεί να κρύψει τα συναισθήματα της... εγώ και η αδερφή μου προσπαθούμε πάντα να την κάνουμε να γελάει αλλά είναι πολύ δύσκολο για αυτήν. 

Από τότε που έφυγες, τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο, έχει πέσει βαρύς χειμώνας και δεν παλεύεται. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε ξύλα ούτε ρούχα για να ζεσταθούν και να μην αρρωστήσουν, όσο για τις οικογένειες με μικρά παιδιά, για αυτές είναι υπερβολικά δύσκολη η κατάσταση, δεν θες να σου πω θα ραγίσει η καρδιά σου με αυτά που θα διαβάσεις. 

Εμείς....Εμείς είμαστε μια χαρά δόξα τον Θεό. Όταν οι καταστάσεις δυσκολεύουν, εγώ ή μαμά και η Ανδρομάχη μαγειρεύουμε και τα πάμε σε αυτούς που τα χρειάζονται. 

Μέρα νύχτα προσευχόμαστε να τελειώσει αυτό το μαρτύριο και να νοιώσουμε επιτέλους τον ζεστό μας ήλιο. Δεν θα σου πω, αλλά αυτό είναι το τελευταίο γράμμα που σου στέλνω Ελπίζω τα υπόλοιπα να τα πούμε από κοντά σε πολύ λίγο... Ααα, και μπαμπά μην τυχόν έρθεις με άδεια χέρια, γιατί θυμάσαι φέτος παντρεύουμε την Ανδρομάχη και δεν μπορούμε να την παντρέψουμε χωρίς προίκα.

Σου στέλνω πολλούς χαιρετισμούς, μπαμπάκα, και σε περιμένουμε όλοι σπίτι και εσένα και τους άλλους ναύτες 

 Με αγάπη η κορούλα σου.


Από τον μαθητή του Γ2 Β. Κ

Αγαπημένε μου πατέρα,

Ελπίζω να είσαι καλά και το ταξίδι σου να κυλάει σωστά και χωρίς κινδύνους.

Ανησυχώ για εσένα, τις δυσκολίες που περνάς και ανυπομονώ να γυρίσεις για να σε δω και να περάσουμε μαζί δημιουργικές στιγμές. Η καθημερινότητα μου είναι απλή, κάθε πρωί πάω στο σχολείο και επιστρέφω πεινασμένος  στο σπίτι. Η μαμά έχει το φαγητό πάντα έτοιμο. Έχω αποκτήσει πολλούς φίλους αν και τώρα τελευταία, τα παιδιά με τα οποία έκανα παρέα δεν έρχονται πλέον σχολείο. Μάλλον θα είναι άρρωστοι. Κάθε απόγευμα παίζω με την αδερφή μου στον κήπο και το βραδύ η μαμά μας διαβάζει  παραμύθια για την θάλασσα και τους ναυτικούς. Μου θυμίζει εσένα και μου λείπεις.

Κάθε βραδύ, μετά το παραμύθι εύχομαι να επιστρέψεις σύντομα. Νιώθω νοσταλγία και είμαι στεναχωρημένος που είσαι μακριά μου. Με εσένα μπαμπά, αισθάνομαι περισσότερο ασφάλεια. Θα σου δείξω και το καινούριο μου ποδήλατο μόλις γυρίσεις. Ελπίζω αυτή η στιγμή να έρθει γρήγορα.

Με αγάπη

Ο γιος σου


Από τη μαθήτρια του Γ2 Α.Μ 

Αγαπητέ μου άντρα,

έχω καιρό να δω κάποιο γράμμα σου και ανησυχώ πολύ. Όλοι εδώ στην οικογένεια είμαστε καλά. Ο γιος μας μεγαλώνει και έκανε τα πρώτα  του βήματα. Η κόρη μας άρχισε το γυμνάσιο και φοβάται πολύ γιατί δεν ξέρει κανέναν. Άμα ήσουν εδώ θα της έδινες και συ πολλή δύναμη, αλλά το ξέρω ότι όλο αυτό το κάνεις για να μπορούμε να ζήσουμε. Τα παιδιά μας ρωτάνε για εσένα (ακόμα και ο μικρός που δεν σε έχει γνωρίσει καλά). Μου λείπεις πολύ και θέλω να σε δω σύντομα... 

Όταν γυρίσεις, άμα μπορείς να μου φέρεις ένα ωραίο φόρεμα και μαγειρικά σκεύη. Το φόρεμα που μου είχες πάρει την προηγούμενη φορά το φόρεσα στην εκκλησία σήμερα και όλες οι κύριες με ρωταγαν από πού το πήρα..! Σε αγαπάω πολύ και ανυπομονώ να γυρίσεις.


Από τη μαθήτρια του Γ2 Σ.Μ

Αγαπημένε μου πατέρα,

Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σου πω τα νέα μας από τότε πού έφυγες για το ταξίδι σου. Εγώ και η Μαρία τα πάμε μια χαρά στο σχολείο, βέβαια είναι λίγο κουραστικό σε συνδυασμό με τις δουλειές του σπιτιού, που βοηθάμε τη μαμά αλλά τα καταφέρνουμε περίφημα.  

Η μαμά είναι αρκετά στεναχωρημένη από όταν  έφυγες, προσπαθώ να την για να νιώσει καλύτερα, αλλά λέει ότι είναι μια χαρά. Είμαι σίγουρη ότι το κάνει για να μην ανησυχώ. 

Η γιαγιά προσεύχεται κάθε βράδυ στην  εικόνα της  Παναγίας δίπλα  από το κρεβάτι της για να σε προσέχει η Παναγία η Κατευοδώτρα. Χθες το απόγευμα μας είπε την ιστορία της  Φλανδρώς  που θα σου πω όταν επιστρέψεις από το ταξίδι. Ανυπομονώ να επιστρέψεις!

                                                                                                                      Σε φιλώ, η κόρη σου

 

Από τον μαθητή του Γ2 Α.Κ

 Αγαπητέ πατέρα,

Ελπίζω να είσαι καλά. Όσο  για   εμάς,    μην ανησυχείς,  είμαστε πολύ  καλά,   αλλά  μας λείπεις πάρα πολύ. Αυτό που θα ήθελα από σένα είναι να μη στεναχωριέσαι για εμάς. Προσέχω και την  μαμά και το μικρό μου αδερφό. Περιμένω σύντομα γράμμα με τα νέα σου.

 Με αγάπη

Ο γιος σου


Από τη μαθήτρια του Γ1 Ε.Ζ








Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...