Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Και αν η πόρτα άνοιγε ξαφνικά και έμπαινε στο σπίτι ο Αλιάχιν την ώρα που ο Βάνκας έγραφε το γράμμα στον παππού του;


Η Ν. Σ. από το Α΄4 φαντάζεται τον δικό της διάλογο:


Πολυαγαπημένε μου παππού, ...

    Ξαφνικά, το αφεντικό με αρκετή δύναμη σπρώχνει με το πόδι του την πόρτα. Ο Βάνκας τρομαγμένος κρύβει γρήγορα το γράμμα, πριν προλάβει να το δει το αφεντικό του.

- Είναι δυνατόν; Τι κάνεις εκεί; Πήγαινε γρήγορα να φροντίσεις το μωρό!

- Χίλια συγγνώμη, αφεντικό! 

- Τι κρύβεις εκεί; 

- Τίποτα σπουδαίο. Απλώς γράφω ένα γράμμα στον παππού μου, γιατί είναι ο μόνος που μου έχει απομείνει.

- Δε σου έχω πει να με ενημερώνει για καθετί που κάνεις; Δε θα ασχοληθώ άλλο μαζί σου. Τρέχα να φροντίσεις το μωρό, αλλιώς απολύεσαι!

- Μα... θέλω να το στείλω στον παππού μου. 

    Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιγής, ο Αλιάχιν πλησιάζει αργά τον Βάνκα και εκεί που δεν το περίμενε, τον χτυπά δυνατά στο μάγουλο. Ο Βάνκας τρέχει κλαμένος με το χέρι στο πρόσωπό του σκουπίζοντας τα αίματα. 

Ο Κ. Σ. του Α΄4 γράφει τον δικό του διάλογο ανάμεσα στον Βάνκα και τον Αλιάχιν:

    Καθώς ο Βάνκας έβαζε το γράμμα στον φάκελο, ξαφνικά, άκουσε την πόρτα του τσαγκαράδικου να τρίζει. Κοίταξε και είδε το αφεντικό του να μπαίνει.

- Από τώρα ήρθε; Πωωω!, είπε το μικρό παιδί και έτρεξε να κρύψει το γράμμα. Όμως, δεν πρόλαβε.

- Τι κάνεις εκεί, μικρέ; 

- Τίποτα δεν κάνω.

- Γιατί δεν προσέχεις το παιδί; 

- Εεε... έφτιαχνα κάτι παπούτσια.

- Αφού δε βλέπω εργαλεία.

- Αλήθεια σας λέω.

    Ο Αλιάχιν σήκωσε το χέρι και χτύπησε τον Βάνκα στο πρόσωπο.

- Αυτό για να μη μου ξαναπείς ψέματα. Τώρα δώσε μου αυτό που κρατάς. Αλλιώς ...

- Καλά, καλά! Είναι ένα γράμμα. 

- Για ποιον; 

- Για τον παππού μου στο χωριό.

- Δώστο μου τώρα! 

- Ορίστε!

- Τι διαβάζω εδώ, μικρέ;

- Την αλήθεια! Μου συμπεριφέρεστε πολύ άσχημα εδώ.

- Τιιι; Εμείς;;; Πήγαινε τώρα να φροντίσεις το μωρό και μην ξανακούσω τέτοιες σαχλαμάρες από το στόμα σου

Άλλη μία μαθήτρια από το Α΄4, η Κλ. Χ. φαντάζεται τον δικό της διάλογο:

- Βάνκα, τι κάνεις εκεί; Ξέρεις πως δε σε πληρώνουμε τζάμπα!

- Μα δε με πληρώνετε καν! Και επίσης, θέλω να σας πω πως δεν έχουν μείνει ούτε αποφάγια. Τι να φάω; 

- Τίποτα! Και πώς τολμάς και μου αντιμιλάς εμένα; 

- Σας παρακαλώ! Μη με χτυπάτε με τη ζώνη! Πονάω πολύ!

- Αυτό θέλω! Το μωρό κλαίει! Πήγαινε να το πάρεις!

- Μα δε σταματάει! Τα χέρια μου πονάνε! Μη με χτυπάτε! Θέλω να φύγω!

- Σταμάτα και κράτα το μωρό!

- Εντάξει, αφεντικό!

    Λίγο αργότερα ο Βάνκας με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του γράφει την τελευταία φράση στο γράμμα.

Παππού μου, πριν λίγο το αφεντικό με χτύπησε πολύ. Σε παρακαλώ, πάρε με από δω!

Η ανάγνωση σταματά ξαφνικά και τα παιδιά δίνουν τη δική τους εκδοχή στην εξέλιξη της ιστορίας.



    Είχε στο νου του ολοένα την κόρη του δασκάλου. Δεν έβλεπε μπροστά του. Όλα του φαίνονταν σκιές. Σκιά τα κρεβάτια με τ' αδέλφια που μαλώνανε για τα μαξιλάρια. Σκιά ο πατέρας που ρουφούσε το βιδάνι στο ποτήρι του. Σκιά η αδελφή του που σήκωνε το τραπέζι. 

Η ανάγνωση σταματά ξαφνικά και ... οι μαθητές αναλαμβάνουν:

Ο Α. Π. του Α΄4 επέλεξε να δώσει μια τελείως διαφορετική εξέλιξη:

    Το επόμενο πρωί πήγε στη δουλειά λίγο απογοητευμένος και έπιασε μια κιθάρα να τραγουδήσει. Αφού σχόλασε, πήρε τη μεγάλη απόφαση ... Να πάει έξω από το σπίτι της. Δειλά δειλά, χτύπησε το κουδούνι και τότε εμφανίστηκε η κόρη του δασκάλου. Ήξερε πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να τον προσέξει. Έτσι, έκανε την κίνηση και της έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια. Προς έκλπηξή του, η κοπέλα ενθουσιάστηκε με τα γοβάκια. Δεν τα είχε στη συλλογή της. "Εγώ τα έφτιαξα. Σου αρέσουν;", τη ρώτησε. Εκείνη με χαμόγελο στα χείλη του είπε πως είχε ξετρελαθεί και τον έκανε μια αγκαλιά. 

    Από τότε και μετά, όλα άλλαξαν στη ζωή του. Κάθε μέρα ήταν ξεχωριστή. 

Ο Κ. Σ. του Α΄4  είχε την ίδια ιδέα με τη συγγραφέα:

    Από την ημέρα που τα τελείωσε, τα γοβάκια έμειναν στη θέση τους. Για πολύ καιρό προσπαθούσε να πάρει την απόφαση να τα δώσει στην κόρη του δασκάλου, μα δεν το αποφάσιζε. Ώσπου ένα βράδυ που βοηθούσε τη μητέρα του στο οικογενεικό δείπνο, ήταν έτοιμος να της ανακοινώσει την απόφασή του. Την ώρα που σηκώθηκε από την καρέκλα του για να το κάνει όμως, αντίκρισε την αδελφή του με τα φτωχικά ρούχα. Έτρεξε στο δωμάτιό του και άρχισε να κλαίει και να λέει στον εαυτό του: "Μα πώς δεν την είχα δει ποτέ;" Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα η μητέρα του.

- Γιατί κλαις, μικρέ μου; , τον ρώτησε.

- Επειδή η αδελφή μου είναι σε τέτοια κατάσταση, απάντησε κλαίγοντας. 

    Και ο μικρός τσαγκάρης συνέχισε: 

- Μαμά, το αποφάσισα. Θα δώσω τα κόκκινα λουστρίνια στην αδελφή μου. 

    Έτσι κι έγινε. Την επόμενη μέρα, κάλεσε την αδελφή του στο δωμάτιο και της έδωσε ένα κόκκινο κουτί. Το κορίτσι το άνοιξε και ... τι να δει; Ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια! 

    Αμέσως τον πήρε αγκαλιά κλαίγοντας από τη χαρά της. Ο μικρός τσαγκάρης την αγκάλιασε και κατάλαβε ότιείχε κάνει τη σωστή επιλογή.

Ο Φ.Α. του Α΄3 γράφει:

    Την άλλη μέρα ο μικρός τσαγκάρης με ένα χαμόγελο στα χείλη πήγε με τη μητέρα του στο σπίτι της κόρης του δασκάλου. Κάθε δευτερόλεπτο της διαδρομής ήταν βασανιστικό. Όταν γύρισε στο σπίτι της η κόρη του δασκάλου, ο μικρός τσαγκάρης τής έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια με χαρά. Η κοπέλα άνοιξε το κουτί, αλλά δεν εντυπωσιάστηκε. Του είπε ένα απλό "ευχαριστώ". Ο μικρός τσαγκάρης τη ρώτησε αν της άρεσαν και εκείνη απάντησε: "Ναι, αλλά βαρέθηκα το κόκκινο χρώμα. Τα Χριστούγεννα μου έκαναν δώρο κόκκινο φουστάνι, κόκκινο καπέλο και ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια. Δεν πειράζει όμως, θα τα δώσω στην ξαδέλφη μου". Ο μικρός τσαγκάρης έχασε το χαμόγελό του. Μουρμούρισε ένα "γεια" και έφυγε. 

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Με αφορμή το διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη "Τ' αγνάντεμα"

 

Πέρασαν και οι Απόκριες... Και ήρθε η στιγμή της αναχώρησης των ναυτικών... η στιγμή του αποχαιρετισμού... Πώς νιώθει άραγε αυτός που φεύγει...; Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γ2 γράφουν..





Από τη μαθήτρια του Γ2 Ε.Μ

Η φωνή του καπετάνιου ακούστηκε δυνατά στο λιμάνι. "Όλοι στις θέσεις σας!", φώναξε. Ήρθε η ώρα να φύγουμε. Ένιωσα μια στεναχώρια, αλλά και χαρά ταυτόχρονα. Η θάλασσα, άγνωστη και γοητευτική, με καλούσε σε νέες περιπέτειες, αλλά άφηνα πίσω μου αγαπημένα πρόσωπα, ίσως για μήνες, ίσως για χρόνια. Στα μάτια των γυναικών, που είχαν έρθει στην άκρη του λιμανιού, έβλεπα θλίψη, φόβο, αλλά και περηφάνια. Τα βλέμματά τους ήταν καρφωμένα στα καράβια, σα να ήθελαν να μας κρατήσουν δεμένους με αόρατες αλυσίδες. Η Μαρία, η αγαπημένη μου, με κοιτούσε με μάτια υγρά. Χαιρετήσαμε σιωπηλά, με μια υπόσχεση για αιώνια αγάπη. 

Η αλμύρα του πελάγους γαργαλούσε το πρόσωπό μου καθώς το πλοίο έπαιρνε σιγά σιγά ταχύτητα. Τα σπίτια και οι άνθρωποι σιγά σιγά έσβηναν στο βάθος, μέχρι που έγιναν μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Μόνο η θάλασσα απλωνόταν τώρα μπροστά μας, απέραντη και άπειρη. Στο κατάστρωμα, οι ναύτες έσπευδαν να τσεκάρουν τα σχοινιά και τα πανιά. Ο καπετάνιος, όρθιος στο τιμόνι, με μάτια καρφωμένα στο απέραντο γαλάζιο, έδινε τις απαραίτητες εντολές. Η φωνή του, γεμάτη σιγουριά και εμπειρία, γέμιζε τους άντρες με θάρρος. .

Στο μυαλό μου στριφογύριζαν σκέψεις. Σκέψεις για άγνωστα μέρη, για θησαυρούς και περιπέτειες, για μάχες με πειρατές και τρικυμίες. Σκέψεις για την οικογένεια που άφησα πίσω, για την αγάπη μου, για την επιστροφή. Η ζωή στη θάλασσα ήταν δύσκολη, γεμάτη κινδύνους και στερήσεις. Μα ήταν και μια ζωή γεμάτη ελευθερία, ομορφιά και δυνατές συγκινήσεις. Ήταν η ζωή που επέλεξα, η ζωή που ποθούσα. Έσφιξα τα δόντια και σήκωσα το κεφάλι ψηλά. Ο άνεμος μού μαστίγωνε το πρόσωπο, η αλμύρα έτσουζε τα μάτια μου. Ήμουν έτοιμος. Έτοιμος για όλα όσα η μοίρα μου επιφύλασσε..

Από τη μαθήτρια του Γ2 Σ.Μ

Την Άνοιξη ήταν η περίοδος που αναχωρούσαμε για το ταξίδι μας. Κανένας από το πλήρωμα δεν ήθελε να αποχωριστεί τη ζεστασιά του σπιτιού του και την οικογένεια του. Δεν θέλαμε να αποχωριστούμε το ¨σπίτι¨ μας. Ετοιμάσαμε το πλοίο και σηκώσαμε τα πανιά, αλλά καθυστερούσαμε με όποιον τρόπο μπορούσαμε την αναχώρησή μας. Επιβιβαστήκαμε στο πλοίο και σαλπάραμε στο γαλάζιο πέλαγος. Ανύψωσα το βλέμμα μου και είδα την γυναίκα μου και τη κόρη μου να με αποχαιρετούν κουνώντας τα χέρια τους. Τα μάτια γέμισαν με δάκρυα, θα μου έλειπαν αφάνταστα για όσο θα ήμουν στο ταξίδι. Είχα υποσχεθεί στην κόρη μου να της φέρω προικιά από μέρη μακρινά. Γύρισα και κοίταξα το υπόλοιπο πλήρωμα, ήταν όλοι στεναχωρημένοι. Παρόλο που κάποιοι δεν το έδειξαν, το είδα στα μάτια τους, είδα τη λύπη που θα αποχωριζόντουσαν την οικογένεια τους και τη Σκιάθο. Όσο πιο μέσα στο πέλαγος πήγαινε το καράβι, τόσο πιο μικρές φαινόντουσαν οι φιγούρες των γυναικών και των παιδιών πάνω στον βράχο που μας αποχαιρετούσαν…

Από τη μαθήτρια του Γ2 Κ.Μ 

Ημέρα αναχώρησης, ίσως η δυσκολότερη απ' όλες... Έχοντας κοιμηθεί ελάχιστα και παίρνοντας ένα ψωμοτύρι για το δρόμο, ήταν πλέον η ώρα ν' αποχωρήσουμε για το λιμάνι. Η καπετάνισσα και τα παιδιά ήρθαν να με συνοδεύσουν. Μπροστά εγώ, μετά η καπετάνισσα και πίσω τα παιδιά, όλοι με σκυμμένα κεφάλια, για μια ακόμα φορά έπρεπε ν' αποχαιρετήσουμε ο ένας τον άλλον. Κάποιος θα έλεγε ότι μετά από τόσο καιρό ήταν πλέον σύνηθες για μας. Ωστόσο, δε νομίζω να συνηθίσω ποτέ να μένω μακριά από τους αγαπημένους μου...

Με τα πολλά, φτάσαμε στο λιμάνι και ήρθε η ώρα της αναχώρησης. Τα μάτια της καπετάνισσας πλημμύρισαν από δάκρυα και τα παιδιά δεν ήθελαν να με αφήσουν. Δε θα πω ψέματα, όταν αντέδρασαν έτσι, η καρδιά μου ήθελε να μείνει, όμως ήξερα ότι δεν είναι αυτό δυνατόν.. Έτσι τους είπα: "Θα γυρίσω σύντομα...αν και είμαι πάντα εδώ, ακόμα κι όταν δεν είμαι! Σας αγαπώ!"

 

Το διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη "Τ' αγνάντεμα" στάθηκε η αφορμή για να συζητήσουμε τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις αγωνίες των ανθρώπων που μένουν πίσω... αγναντεύοντας το πέλαγος...περιμένοντας το αγαπημένο του πρόσωπο να γυρίσει από το ταξίδι του στις θάλασσες του κόσμου... 

 Οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γ1 και του Γ2 έγιναν η σύντροφος, η μάνα, η αδελφή, ο γιος, η κόρη του ναυτικού και του έστειλαν ένα γράμμα.. 

Από τη μαθήτρια του Γ2 Α.Λ 

Αγαπητέ μου μπαμπά,

Ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει καλά και υγιή, έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έφυγες και κάθε μέρα μας λείπεις όλο και περισσότερο. Η μαμά παλεύει την στεναχώρια της, γατί δεν θέλει να δείχνει αδύναμη στα μάτια μας αλλά η γιαγιά από την άλλη δεν μπορεί να κρύψει τα συναισθήματα της... εγώ και η αδερφή μου προσπαθούμε πάντα να την κάνουμε να γελάει αλλά είναι πολύ δύσκολο για αυτήν. 

Από τότε που έφυγες, τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο, έχει πέσει βαρύς χειμώνας και δεν παλεύεται. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε ξύλα ούτε ρούχα για να ζεσταθούν και να μην αρρωστήσουν, όσο για τις οικογένειες με μικρά παιδιά, για αυτές είναι υπερβολικά δύσκολη η κατάσταση, δεν θες να σου πω θα ραγίσει η καρδιά σου με αυτά που θα διαβάσεις. 

Εμείς....Εμείς είμαστε μια χαρά δόξα τον Θεό. Όταν οι καταστάσεις δυσκολεύουν, εγώ ή μαμά και η Ανδρομάχη μαγειρεύουμε και τα πάμε σε αυτούς που τα χρειάζονται. 

Μέρα νύχτα προσευχόμαστε να τελειώσει αυτό το μαρτύριο και να νοιώσουμε επιτέλους τον ζεστό μας ήλιο. Δεν θα σου πω, αλλά αυτό είναι το τελευταίο γράμμα που σου στέλνω Ελπίζω τα υπόλοιπα να τα πούμε από κοντά σε πολύ λίγο... Ααα, και μπαμπά μην τυχόν έρθεις με άδεια χέρια, γιατί θυμάσαι φέτος παντρεύουμε την Ανδρομάχη και δεν μπορούμε να την παντρέψουμε χωρίς προίκα.

Σου στέλνω πολλούς χαιρετισμούς, μπαμπάκα, και σε περιμένουμε όλοι σπίτι και εσένα και τους άλλους ναύτες 

 Με αγάπη η κορούλα σου.


Από τον μαθητή του Γ2 Β. Κ

Αγαπημένε μου πατέρα,

Ελπίζω να είσαι καλά και το ταξίδι σου να κυλάει σωστά και χωρίς κινδύνους.

Ανησυχώ για εσένα, τις δυσκολίες που περνάς και ανυπομονώ να γυρίσεις για να σε δω και να περάσουμε μαζί δημιουργικές στιγμές. Η καθημερινότητα μου είναι απλή, κάθε πρωί πάω στο σχολείο και επιστρέφω πεινασμένος  στο σπίτι. Η μαμά έχει το φαγητό πάντα έτοιμο. Έχω αποκτήσει πολλούς φίλους αν και τώρα τελευταία, τα παιδιά με τα οποία έκανα παρέα δεν έρχονται πλέον σχολείο. Μάλλον θα είναι άρρωστοι. Κάθε απόγευμα παίζω με την αδερφή μου στον κήπο και το βραδύ η μαμά μας διαβάζει  παραμύθια για την θάλασσα και τους ναυτικούς. Μου θυμίζει εσένα και μου λείπεις.

Κάθε βραδύ, μετά το παραμύθι εύχομαι να επιστρέψεις σύντομα. Νιώθω νοσταλγία και είμαι στεναχωρημένος που είσαι μακριά μου. Με εσένα μπαμπά, αισθάνομαι περισσότερο ασφάλεια. Θα σου δείξω και το καινούριο μου ποδήλατο μόλις γυρίσεις. Ελπίζω αυτή η στιγμή να έρθει γρήγορα.

Με αγάπη

Ο γιος σου


Από τη μαθήτρια του Γ2 Α.Μ 

Αγαπητέ μου άντρα,

έχω καιρό να δω κάποιο γράμμα σου και ανησυχώ πολύ. Όλοι εδώ στην οικογένεια είμαστε καλά. Ο γιος μας μεγαλώνει και έκανε τα πρώτα  του βήματα. Η κόρη μας άρχισε το γυμνάσιο και φοβάται πολύ γιατί δεν ξέρει κανέναν. Άμα ήσουν εδώ θα της έδινες και συ πολλή δύναμη, αλλά το ξέρω ότι όλο αυτό το κάνεις για να μπορούμε να ζήσουμε. Τα παιδιά μας ρωτάνε για εσένα (ακόμα και ο μικρός που δεν σε έχει γνωρίσει καλά). Μου λείπεις πολύ και θέλω να σε δω σύντομα... 

Όταν γυρίσεις, άμα μπορείς να μου φέρεις ένα ωραίο φόρεμα και μαγειρικά σκεύη. Το φόρεμα που μου είχες πάρει την προηγούμενη φορά το φόρεσα στην εκκλησία σήμερα και όλες οι κύριες με ρωταγαν από πού το πήρα..! Σε αγαπάω πολύ και ανυπομονώ να γυρίσεις.


Από τη μαθήτρια του Γ2 Σ.Μ

Αγαπημένε μου πατέρα,

Σου γράφω αυτό το γράμμα για να σου πω τα νέα μας από τότε πού έφυγες για το ταξίδι σου. Εγώ και η Μαρία τα πάμε μια χαρά στο σχολείο, βέβαια είναι λίγο κουραστικό σε συνδυασμό με τις δουλειές του σπιτιού, που βοηθάμε τη μαμά αλλά τα καταφέρνουμε περίφημα.  

Η μαμά είναι αρκετά στεναχωρημένη από όταν  έφυγες, προσπαθώ να την για να νιώσει καλύτερα, αλλά λέει ότι είναι μια χαρά. Είμαι σίγουρη ότι το κάνει για να μην ανησυχώ. 

Η γιαγιά προσεύχεται κάθε βράδυ στην  εικόνα της  Παναγίας δίπλα  από το κρεβάτι της για να σε προσέχει η Παναγία η Κατευοδώτρα. Χθες το απόγευμα μας είπε την ιστορία της  Φλανδρώς  που θα σου πω όταν επιστρέψεις από το ταξίδι. Ανυπομονώ να επιστρέψεις!

                                                                                                                      Σε φιλώ, η κόρη σου

 

Από τον μαθητή του Γ2 Α.Κ

 Αγαπητέ πατέρα,

Ελπίζω να είσαι καλά. Όσο  για   εμάς,    μην ανησυχείς,  είμαστε πολύ  καλά,   αλλά  μας λείπεις πάρα πολύ. Αυτό που θα ήθελα από σένα είναι να μη στεναχωριέσαι για εμάς. Προσέχω και την  μαμά και το μικρό μου αδερφό. Περιμένω σύντομα γράμμα με τα νέα σου.

 Με αγάπη

Ο γιος σου


Από τη μαθήτρια του Γ1 Ε.Ζ








Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

 

Δ. Ψαθά, Οι πιτσιρίκοι

...Τι γίνεται όμως όταν ο Γερμανός αντιλαμβάνεται το κόλπο που του έστησαν οι σαλταδόροι...; 

Ο μαθητής του Α1 Ε. Α γράφει τη συνέχεια της ιστορίας...

...Ο Γερμανός ουρλιάζει. Καλεί ενισχύσεις, καθώς κυνηγάει τους σαλταδόρους που του χάλασαν το αυτοκίνητο. Έρχονται αμέσως διάφορα στρατιωτικά οχήματα, από τα οποία κατεβαίνουν Γερμανοί στρατιώτες. Κυνηγάνε τους σαλταδόρους. Καταφέρνουν και τους πιάνουν. Αυτοί δεν μπορούν ν' αμυνθούν...Τους βάζουν οι Γερμανοί στις καρότσες και τους πηγαίνουν στο πιο κοντινό στρατόπεδο..

Κατεβαίνουν από τα φορτηγά... Μα τί βλέπουν; Διαλυμένες οι καρότσες! Και οι πιτσιρίκοι; Άφαντοι! Ουρλιάζουν όλοι μαζί κι ακούγονται σα λύκοι, καθώς έχει βραδιάσει....

 

Το παραμύθι "Το πιο γλυκό ψωμί" ήταν η αφορμή για ν' αναζητήσει η μαθήτρια του Α2 Π.Μ τη συνταγή του ζυμωτού ψωμιού.. Ανυπομονούμε να το δοκιμάσουμε!



 

Το χωριό του Βάνκα, όπως το φαντάστηκε και το ζωγράφισε ο μαθητής Ε.Κ




Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...