Πολυαγαπημένε μου παππού, ...
Ξαφνικά, το αφεντικό με αρκετή δύναμη σπρώχνει με το πόδι του την πόρτα. Ο Βάνκας τρομαγμένος κρύβει γρήγορα το γράμμα, πριν προλάβει να το δει το αφεντικό του.
- Είναι δυνατόν; Τι κάνεις εκεί; Πήγαινε γρήγορα να φροντίσεις το μωρό!
- Χίλια συγγνώμη, αφεντικό!
- Τι κρύβεις εκεί;
- Τίποτα σπουδαίο. Απλώς γράφω ένα γράμμα στον παππού μου, γιατί είναι ο μόνος που μου έχει απομείνει.
- Δε σου έχω πει να με ενημερώνει για καθετί που κάνεις; Δε θα ασχοληθώ άλλο μαζί σου. Τρέχα να φροντίσεις το μωρό, αλλιώς απολύεσαι!
- Μα... θέλω να το στείλω στον παππού μου.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιγής, ο Αλιάχιν πλησιάζει αργά τον Βάνκα και εκεί που δεν το περίμενε, τον χτυπά δυνατά στο μάγουλο. Ο Βάνκας τρέχει κλαμένος με το χέρι στο πρόσωπό του σκουπίζοντας τα αίματα.
Ο Κ. Σ. του Α΄4 γράφει τον δικό του διάλογο ανάμεσα στον Βάνκα και τον Αλιάχιν:
Καθώς ο Βάνκας έβαζε το γράμμα στον φάκελο, ξαφνικά, άκουσε την πόρτα του τσαγκαράδικου να τρίζει. Κοίταξε και είδε το αφεντικό του να μπαίνει.
- Από τώρα ήρθε; Πωωω!, είπε το μικρό παιδί και έτρεξε να κρύψει το γράμμα. Όμως, δεν πρόλαβε.
- Τι κάνεις εκεί, μικρέ;
- Τίποτα δεν κάνω.
- Γιατί δεν προσέχεις το παιδί;
- Εεε... έφτιαχνα κάτι παπούτσια.
- Αφού δε βλέπω εργαλεία.
- Αλήθεια σας λέω.
Ο Αλιάχιν σήκωσε το χέρι και χτύπησε τον Βάνκα στο πρόσωπο.
- Αυτό για να μη μου ξαναπείς ψέματα. Τώρα δώσε μου αυτό που κρατάς. Αλλιώς ...
- Καλά, καλά! Είναι ένα γράμμα.
- Για ποιον;
- Για τον παππού μου στο χωριό.
- Δώστο μου τώρα!
- Ορίστε!
- Τι διαβάζω εδώ, μικρέ;
- Την αλήθεια! Μου συμπεριφέρεστε πολύ άσχημα εδώ.
- Τιιι; Εμείς;;; Πήγαινε τώρα να φροντίσεις το μωρό και μην ξανακούσω τέτοιες σαχλαμάρες από το στόμα σου
Άλλη μία μαθήτρια από το Α΄4, η Κλ. Χ. φαντάζεται τον δικό της διάλογο:
- Βάνκα, τι κάνεις εκεί; Ξέρεις πως δε σε πληρώνουμε τζάμπα!
- Μα δε με πληρώνετε καν! Και επίσης, θέλω να σας πω πως δεν έχουν μείνει ούτε αποφάγια. Τι να φάω;
- Τίποτα! Και πώς τολμάς και μου αντιμιλάς εμένα;
- Σας παρακαλώ! Μη με χτυπάτε με τη ζώνη! Πονάω πολύ!
- Αυτό θέλω! Το μωρό κλαίει! Πήγαινε να το πάρεις!
- Μα δε σταματάει! Τα χέρια μου πονάνε! Μη με χτυπάτε! Θέλω να φύγω!
- Σταμάτα και κράτα το μωρό!
- Εντάξει, αφεντικό!
Λίγο αργότερα ο Βάνκας με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του γράφει την τελευταία φράση στο γράμμα.
Παππού μου, πριν λίγο το αφεντικό με χτύπησε πολύ. Σε παρακαλώ, πάρε με από δω!




