Έλα γρήγορα, αγαπημένε μου παππού, για όνομα του Θεού. Σε παρακαλώ, πάρε με από δω! Λυπήσου με το δύστυχο ορφανό, γιατί όλοι με δέρνουν και πεινάω πολύ. Και έχω τόση στενοχώρια που δεν ξέρω πώς να σου την πω. Όλο κλαίω, παππού. Και μια μέρα το αφεντικό μού 'δωσε μια στο κεφάλι με το καλαπόδι, τόσο δυνατά που έπεσα κάτω και έλεγα πως δε θα σηκωθώ. Δεν είναι ζωή αυτή, χειρότερη και από του σκύλου… Χαιρετίσματα στην Αλιόνα, στον Ιγκόρ το στραβό και στον αμαξά. Και τη φυσαρμόνικά μου να μην την δώσεις σε κανέναν. O εγγονός σου, Ιβάν Ζούκοφ, αγαπημένε μου παππού, έλα.
…Ο Βάνκας ετοίμαζε τον φάκελο , όταν ξαφνικά το αφεντικό του μπήκε μέσα. Αμέσως τον έκρυψε κάτω από το ποδαράκι του τρέμοντας:
-Τι κάνεις εκεί παλιόπαιδο; τον ρώτησε.
-Τίποτα τίποτα. απάντησε.
-Σήκω επάνω!
Ο Βάνκας σηκώθηκε ρίχνοντας τον φάκελο κάτω να μην φανεί. Ο Αλιάχιν τον ρήμαξε στο ξύλο, <<δεν μπαίνουμε σε χώρους χωρίς να ρωτήσουμε >> του έλεγε με υψηλό τόνο.
Παρ’ όλα αυτά το αφεντικό του έφυγε γιατί τον φώναξε η γυναίκα του. Ο Βάνκας τότε πήρε το γράμμα και το έκρυψε σε ένα συρτάρι , τρέχοντας. Έπειτα πήγε στην κούνια του μωρού, όπως έκανε κάθε βράδυ, για να κοιμηθεί. Σκεφτόταν τι θα κάνει με το γράμμα.
Την επόμενη μέρα , περίπου τέσσερις η ώρα, όταν πια ο Βάνκας είχε ξυπνήσει ενώ οι υπόλοιποι όχι , το έσκασε…Πήγε να αφήσει το γράμμα στο ταχυδρομείο και τα κατάφερε, χωρίς να τον καταλάβει κανείς.
Επέστρεψε σπίτι και τον πήρε ο ύπνος κατευθείαν. Ονειρεύτηκε τον παππού να ανοίγει το γράμμα και να κλαίει από συγκίνηση. Του άρεσε τόσο αυτό το αίσθημα…
Από τη μαθήτρια του Α2 Α.Μ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.