Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

Τα "Γυάλινα Γιάννινα" εμπνέουν...Οι μαθητές του Α2 και του Α1 γράφουν για τον δικό τους αγαπημένο τόπο...

 

Από την Α.Μ



Από τον Τ.Μ  


Από την Ε.Α


























Από την Η. Α

Κρήτη

Το καλοκαίρι
μια σκέψη έχω
στο μυαλό
Πότε θα έρθει η ώρα
να πάμε για μπάνιο βραδινό

Στην ασημένια θάλασσα
της Κρήτης τη μαγεία
βουτάμε μέσα όλοι μας σαν ζωηρά δελφίνια

Μαζί μας άγρυπνος φρουρός
οι Άγιοι Απόστολοι θαλασσινό ξωκλήσσι
Τ' αστέρια μας φωτίζουνε
μέχρι να ανατείλει


Όταν τα "Γυάλινα Γιάννενα" ζωντανεύουν μέσα από εικόνες...

 Από τους μαθητές του Α2










Τα κόκκινα λουστρίνια εμπνέουν...









 

Κυριακή 7 Απριλίου 2024

Ο Μιχάλης Γκανάς σε ένα ποίημα "ζωγράφισε" τα Γιάννενα. Οι μαθητές του Α' 4 γράφουν το ποίημά τους για τον δικό τους αγαπημένο τόπο.

       Ε.Σ. και Μ. Πρ. 

                                                                           Γ. Σπ.


 

 Κλ.Χ.



















                                                                                                Ν.Σ.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2024

Οι μαθητές φαντάζονται τη συνάντηση Βερόνικας και Ελένης


 Ο Α.Π. του Α΄4 φαντάζεται τη συνάντηση της Βερόνικας με την Ελένη:

Η Βερόνικα με την Ελένη αποφάσισαν να συναντηθούν μετά απ' όλον αυτό τον καιρό που αλληλογραφούν...

- Γεια σου, Βερόνικα!

- Πού ξέρεις το όνομά μου; Ποια είσαι;

- Η φίλη σου η Ελένη.

- Η φίλη μου η Ελένη; Αποκλείεται! Εκείνη δεν έχει κινητικά προβλήματα! 

- Μισό, μισό! Μπορώ να σου τα εξηγήσω όλα! 

- Σαν τι να μου εξηγήσεις δηλαδή;

- Ακου. Όταν αρχίσαμε να μιλάμε, είχα σκοπό να σου αποκαλύψω το κινητικό μου πρόβλημα, μα μετά...

- Μετά τι; Τι άλλαξε στην πορεία;

- Μετά φοβόμουν να σου το αποκαλύψω, γιατί νόμιζα ότι θα σε χάσω. 

- Κάνεις λάθος! Τώρα είμαι πιο θυμωμένη με το ψέμα που μου είπες, αλλά πιστεύω πως δεν το έκανες από κακό. Υποσχέσου μου όμως, πως θα είσαι ειλικρινής μαζί μου στο εξής.

- Εντάξει! Δε θα ξανασυμβεί. Στο υπόσχομαι.

- Τι λες; Πάμε για κανένα καφέ να τα πούμε και λίγο;

- Φυσικά! Να γνωριστούμε και καλύτερα. 

- Τέλεια! Πάμε! 

Η Κλ. Χ. του Α΄4γράφει τον δικό της διάλογο ανάμεσα στις δύο φίλες:

- Γεια, Ελένη! 

- Γεια, Βερόνικα!

- Μα... Γιατί είσαι σε αμαξίδιο;

- Εμμμ...

- Και γιατί δε μου το είχες πει νωρίτερα;

- Κοίτα, δε σου το έλεγα, γιατί φοβόμουν μη με παρατήσεις όπως όλες οι φίλες μου.

- Αφού οι φίλες είναι μαζί σε όλες τις καταστάσεις, και στις εύκολες και στος δύσκολες στιγμές. Και μάλιστα, τώρα που σε βλέπω από κοντά είσαι ακόμα ομορφότερη απ' ό,τι σε είχα φανταστεί.

- Συγγνώμη που δε σου το είπα, αλλά όλοι με κοιτάνε περίεργα, με κοροϊδεύουν και φοβόμουν πως θα έχανα κι εσένα. 

- Μα, Ελένη μου, τις ίδιες καταστάσεις βιώνουμε με τη ρατσιστική συμπεριφορά των συνανθρώπων μας!

- Δίκιο έχεις! Πάμε να παίξουμε κανένα επιτραπέζιο;

Η Μ.Σ. του Α΄4 φαντάζεται το γράμμα της Βερόνικας στην Ελένη, αφού έχει μάθει για το κινητικό της πρόβλημα:

Αγαπητή μου Ελένη,

Αχ, να ήξερες πόσο λυπάμαι που έμαθα για το κινητικό σου πρόβλημα! Όμως, σε όποιο βήμα ακολουθήσεις, εγώ θα είμαι μαζί σου. Αύριο θα έρθω στο απίτι σου. Θα είμαστε μαζί. Θα έρθω να σε φροντίσω. Αφού εσύ δεν μπορείς να περοατήσεις, θα έρθω εγώ. Θα σου μαγειρεύω, θα σε βοηθώ να κάνεις μπάνιο, θα πηγαίνουμε βόλτες. Εγώ θα σε πηγαίνω κι εσύ θα κάθεσαι. Θα πηγαίνουμε για καφέ, για φαγητό, για ψώνια. 

Τα λέμε αύριο το απόγευμα από κοντά.

Με αγάπη,

Βερόνικα

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

Οι μαθητές του Α1 εμπνέονται από τα παραμύθια κι εμπνέουν γράφοντας τα δικά τους...

 

Ο κακότροπος βασιλιάς


Από τον μαθητή του Α1 Γ.Γ

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Όμως ήταν κακότροπος, φωνακλάς, άδικος, βασάνιζε τους υπηκόους του και δεν τους έδινε φαγητό. Όποιον του αντιμιλούσε, τον σκότωνε. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος. Ώσπου μια μέρα συνεννοήθηκαν να φύγουν όλοι οι κάτοικοι από τη χώρα, χωρίς να τους πάρουν είδηση. Την άλλα μέρα έψαχνε τους εργάτες του, χτυπούσε πόρτες, παράθυρα, αλλά κανείς δεν ήταν εκεί. Θύμωσε, φώναξε και απείλησε, αλλά τίποτα.

-      -Φέρτε τους πίσω, διέταξε.

-    -  Βασιλιά μου, δεν έρχονται, δεν αντέχουν άλλο αυτή την συμπεριφορά.

Έκατσε και σκέφτηκε πολύ, ήρθαν και οι σοφοί σύμβουλοι.

-      -Έχουν δίκαιο βασιλιά μου οι εργαζόμενοι, το βασίλειο ερήμωσε, τα χωράφια ξεράθηκαν, τα ζώα πέθαναν της πείνας και τα σπίτια χορτάριασαν.

Και τότε πήρε την μεγάλη απόφαση.

-      -Καλέστε τους πίσω και θα τους δώσω ό,τι θέλουν.

Πράγματι έτρεξαν οι ντελάληδες και τους έφεραν πίσω. Ο βασιλιάς τους μίλησε για τα δικαιώματα τους και τους έδωσε ό,τι τους χρωστούσε. Με πολύ κέφι και χαρά άρχισαν να εργάζονται! ι:¨﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ζσμ

τΈκαναν έναν δυνατό και ευτυχισμένο βασιλιά και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.


Τα πολύτιμα μήλα

Από τον μαθητή του Γ1 Γ.Α


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας  καλόκαρδος άνθρωπος , που ζούσε σε ένα μακρινό χωριό. Εκείνος ο άνθρωπος, κάθε μέρα, περνούσε από ένα χωράφι με μηλιές και μάζευε μήλα για τα φτωχά παιδιά. Μια μέρα, ο ιδιοκτήτης του χωραφιού είδε τον άνθρωπο να μαζεύει μήλα από το χωράφι του και νόμιζε ότι τα έκλεβε. Τότε, ο ιδιοκτήτης άρχισε να φωνάζει και να κυνηγάει τον άνθρωπο, ώσπου τον έπιασε. Ο καλόκαρδος άνθρωπος του εξήγησε πως δεν κλέβει τα μήλα, αλλά τα μαζεύει για να τα δώσει στα φτωχά παιδιά. Ο ιδιοκτήτης δεν το πίστευε, ωστόσο όταν είδε τα παιδιά, όλα άλλαξαν... Από τότε ο άνθρωπος και ο ιδιοκτήτης έγιναν φίλοι και καθημερινά πήγαιναν μαζί τα μήλα στα παιδιά! Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!


Ο δράκος της Τιφλίδας

Από τον μαθητή Γ. Κ


Μια φορά κι έναν καιρό, στις παλιές εποχές της Τιφλίδας, υπήρχε ένας μύθος για έναν τεράστιο δράκο που ζούσε κάτω από τον πύργο της πόλης. Σύμφωνα με την προφητεία, ένας θνητός θα μπορούσε ν' αντιμετωπίσει τον κίνδυνο που τον απειλούσε,  τον δράκο που περιπλανιόταν στα στενά σοκάκια της πόλης. 
Ένας νέος, ο Λεβάν, ξεχώριζε ανάμεσα στους κατοίκους της Τιφλίδας για το θάρρος και την ευσπλαχνία του. Ο δράκος, ψάχνοντας παντού για τον εκλεκτό, διαπίστωσε πως ο  Λεβάν είχε κάτι ξεχωριστό. Ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να αισθανθεί την παρουσία του και κρατούσε  ωστόσο το θάρρος του αναλλοίωτο. 
Καθώς ο δράκος περιπλανιόταν στα πλακόστρωτα καλντερίμια, ο Λεβάν συνειδητοποίησε την απειλή. Με ανδρεία καρδιά αποφάσισε ν' αντιμετωπίσει το τέρας. Με μια αγωνιώδη μάχη που διήρκεσε ώρες, ο Λεβάν τα κατάφερε. 
Ο δράκος, συνειδητοποιώντας τη δύναμη και την αξιοπρέπεια του Λεβάν, αποφάσισε να εγκαταλείψει την Τιφλίδα. Ο Λεβάν, ήρωας πια της πόλης, κέρδισε τον σεβασμό των πολιτών κι έγινες σύμβολο ανδρείας και αλληλεγγύης. 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

Αλίμονο σ΄ αυτούς που μένουν...

Από μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν.


«Kώστα! Βρε Κώστα! Το παλτό να πάρεις! Θα αρπάξεις καμία πούντα αν βγεις έτσι έξω!», φώναζε η Μαίρη κυνηγώντας τον μικρό Κώστα μέσα στο σπίτι. «Κώστας; Γύρισε ο Κώστας απ’ τα ξένα;!», αναφωνεί και η γριά από το αναπηρικό αμαξίδιο. «Καλά κρασιά κι εσύ, γριά σαλεμένη», μουρμουρίζει η Μαίρη και καταφέρνει τον μικρό Κώστα να βάλει το παλτό του. Μάθανε σήμερα πως μαζεύανε τα γράμματα για τους ναυτικούς και έπρεπε οσοδήποτε να φτάσει το γράμμα της στον Νίκο.


Ο Νίκος, ο γιος της γριάς, ήταν ναυτικός, πολλά χρόνια, και κοσμογυρισμένος. Τίμιο κι εργατικό παλικάρι, με μια χρυσή καρδιά. «Έμοιασε του Κώστα», καυχιότανε η γριά, πριν σαλέψει, στις άλλες γριές όποτε πίναν τον καθιερωμένο απογευματινό καφέ στο σπίτι της γριάς Συρραχίνας. Ο Κώστας ήταν, φυσικά, ο άντρας της γριάς. Ώσπου μια μέρα έπεσαν σε φουρτούνα και πάει ο Κώστας, πνίγηκε. Εκεί ήταν που η γριά έχασε τα λογικά της και άρχισε να ξεχνάει πρόσωπα, μέρη, ονόματα. Όταν ο Νίκος παντρεύτηκε την Μαίρη, η γριά την νόμιζε για την κόρη της την Ελένη που μετακόμισε στην Κρήτη σαν πήρε άντρα κρητικό.

Η Μαίρη δε… η γριά ουδέποτε της γέμισε το μάτι. Προσπάθησε να πείσει τον Νίκο να πάνε στην Κάλυμνο στους δικούς της, οι οποίοι θα είχανε γλυκάνει πλέον με τα εγγόνια, και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους εκεί. Αλλά ο Νίκος εκεί, ξερό κεφάλι, πώς ν’ αφήσει πίσω το νησί και τη γριά τη μάνα του; Κι αναγκάστηκε η Μαίρη, από εκεί που περηφανευόταν πως καλοπαντρεύτηκε άντρα ναυτικό, να ταΐζει δυο μωρά και την γριά του Νίκου. Αυτή ονειρευόταν σπίτι αρχοντικό, σα το πατρικό της, όχι το καλύβι της γριάς.

Η Μαίρη ήταν καλοαναθρεμμένη, κόρη του σπουδαιότερου ιχθυοκαλλιεργητή, όπως ήθελε να το αποκαλεί, της Καλύμνου. Όταν γνώρισε τον Νίκο, τότε νέο παλικάρι μόνο 20 χρόνω κι αυτή κοπέλα στα 17 της, νόμιζε πως ήταν ναυτικός σπουδαίος, πλούσιος, ακόμη και καπετάνιος. Τα παρουσίαζε όπως ήθελε, όμως, για να μην παραδεχτεί πως ερωτεύτηκε ένα φτωχό ναυτάκι. Υποστήριξε πως έπεσε θύμα κοροϊδίας μετά τον γάμο, αλλά η μάνα της η γάτα, γνήσια Καλυμνιά, βλέπεις, την κατάλαβε. Τα μαρτυράει στον άντρα της, εκείνος της ρίχνει ένα χαστούκι και την διώχνει. Τί να κάνει η καημένη, πάει με τον Νίκο στο νησί. Το νησί, η χειρότερη κατάρα για την Μαίρη. Ζούσε σε μια φτωχογειτονιά, σ’ ένα φτωχό καλύβι, κι έβλεπε τα βρώμικα βοσκόπουλα να τρέχουν ξυπόλητα έξω απ’ το παραθύρι της και να της ζητιανεύουν φαΐ. «Κυρά-Μαίρη σήμερα σου περίσσεψε κανένα κομμάτι ψωμί να φάμε κι εμείς;», ρωτούσαν εκείνα. Έκλεινε τις κουρτίνες με φόρα και σχεδόν έβγαζε καπνούς από τα αυτιά της. «Όχι! Να πάτε σπίτια σας!», φώναζε και την άκουγε όλη η γειτονιά.

Και μέσα όλα αυτά, είχε και τα παιδιά. Ο Κώστας, ο μικρός, και η Αθηνά, η μεγάλη. Η Αθηνά κάτι έκανε. Ήταν 12 χρονών και ήδη έραβε και κένταγε καλύτερα κι από την Μαίρη. Η Αθηνά, και όχι Αθηνούλα, όπως επέμενε ο Νίκος να την φωνάζει και έκανε την Μαίρη να ωρύεται, σκούπιζε, σφουγγάριζε, μαγείρευε, έπλενε, έπλεκε, διάβαζε, έγραφε, χόρευε. Η Μαίρη το είχε καμάρι πως είχε πάρει από το δικό της σόι. Ο Κώστας, και όχι Κωστάκης, όπως επέμενε ο Νίκος να τον φωνάζει και έκανε την Μαίρη να ωρύεται, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Έβγαινε ξυπόλητος, χωρίς παλτό κιόλας, να παίξει με τα βοσκόπουλα. Η Μαίρη είχε χάσει πια κάθε ελπίδα. Τόσα γονίδια στράφι, πήγε και πήρε το παιδί από τον Νίκο.

Και η καθημερινότητα για την Μαίρη ήταν αγγαρεία. Σήκω το πρωί, ντύσου, πλύσου, μαγείρεψε, τάισε, στείλε τα μικρά σχολείο, φρόντισε τη γριά, καθάρισε, πλύνε, ράψε, κέντα, πάρε τα μικρά, διάβασέ τα, βάλτα για ύπνο, κοιμήσου. Και ξανά και ξανά και ξανά… Κι ο άντρας της; Έκανε βάρδιες στο κατάστρωμα. Πάντα έλλειπε. Είχε φτάσει πλέον στο αμήν. Μέσα στο καταχείμωνο, στην μαύρη νύχτα, ανέβαινε γονατιστή στην Παναγιά την Κατευοδώτρα, άναβε το καντήλι και το κερί και έκανε τάματα. Να γυρίσει μόνιμα ο άντρας της, να πάρουν τα παιδιά και να φύγουν. «Κι από μένα ό,τι θες, Παναγίτσα μου. Θα εκκλησιάζομαι κάθε Κυριακή. Θα ανάβω κεριά και λαμπάδες στο όνομά σου. Λαμπάδες ίσαμε το μπόι τ’ αντρός μου. Θα πάω να μονάσω στη Μονή Αγίας Τριάδας στο Πιθάρι.», παρακαλούσε και παρακαλούσε. Της είχε γίνει έμμονη ιδέα.

Και το γράμμα που τσακίστηκε να στείλει στον Νίκο τα έγραφε όλα αυτά μέσα:

Aγαπημένε μου Νίκο,

Δεν θα σε ρωτήσω πώς τα περνάς ή αν βλέπεις όμορφα μέρη. Θέλω απλώς να σου εκμυστηρευτώ τις σκέψεις μου. Βλέπεις, είσαι πολύ καλός άντρας με μια πολύ αγνή ψυχή. Ποτέ δεν μου φέρθηκες άσχημα. Δεν με χτύπησες. Δεν με κακολόγησες. Στα 10 χρόνια του γάμου μας ήσουν υπόδειγμα συζύγου. Δεν μετάνιωσα ούτε λεπτό που σε παντρεύτηκα, που σε αγάπησα. Και τα παιδιά μας είναι η μεγαλύτερη ευλογία. Τα σπουδαιότερα δώρα, δοσμένα απ’ τον θεό τον ίδιο.

Όμως, δεν ήταν αυτό που ονειρευόμουν για μένα. Πες με φιλόδοξη και, αγάπη μου, θα έχεις δίκιο. Πες με αχάριστη, φαντασμένη και πάλι θα έχεις δίκιο. Προσπάθησε όμως, χρυσέ μου, να με καταλάβεις.
Με πνίγει η ρουτίνα. Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ ούτε να σε έχω συνεχώς μακριά μου ούτε να κάθομαι στο καλύβι με την γριά και να ακούω τους παραλογισμούς της. Θα σε παρακαλέσω πολύ να βρεις τι θα κάνουμε. Αν θες να με κρατήσεις κοντά σου, η γριά να φύγει από το σπίτι.

Μου ήρθε γράμμα από την μάνα μου. Μετάνιωσε, λέει, ο πατέρας μου και με θέλει πίσω στο αρχοντικό. Και θέλει κι εσένα, να γνωρίσει τον γαμπρό του. Και τα παιδάκια μας, να τα κακομάθει όπως κακόμαθε και τα παιδιά του.
Ξανασκέψου το, σε παρακαλώ.

Τα φιλιά και την αγάπη μου,
Μαίρη

Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...