Από την Α.Μ
Από τον Τ.Μ
Από την Ε.Α
Στα λογοτεχνικά μας ταξίδια, με όχημα τις λέξεις και καύσιμο τη φαντασία, διαβάζουμε, συζητάμε, εκφραζόμαστε και δημιουργούμε τα δικά μας κείμενα!
Από την Α.Μ
Από τον Τ.Μ
Από την Ε.Α
Η Βερόνικα με την Ελένη αποφάσισαν να συναντηθούν μετά απ' όλον αυτό τον καιρό που αλληλογραφούν...
- Γεια σου, Βερόνικα!
- Πού ξέρεις το όνομά μου; Ποια είσαι;
- Η φίλη σου η Ελένη.
- Η φίλη μου η Ελένη; Αποκλείεται! Εκείνη δεν έχει κινητικά προβλήματα!
- Μισό, μισό! Μπορώ να σου τα εξηγήσω όλα!
- Σαν τι να μου εξηγήσεις δηλαδή;
- Ακου. Όταν αρχίσαμε να μιλάμε, είχα σκοπό να σου αποκαλύψω το κινητικό μου πρόβλημα, μα μετά...
- Μετά τι; Τι άλλαξε στην πορεία;
- Μετά φοβόμουν να σου το αποκαλύψω, γιατί νόμιζα ότι θα σε χάσω.
- Κάνεις λάθος! Τώρα είμαι πιο θυμωμένη με το ψέμα που μου είπες, αλλά πιστεύω πως δεν το έκανες από κακό. Υποσχέσου μου όμως, πως θα είσαι ειλικρινής μαζί μου στο εξής.
- Εντάξει! Δε θα ξανασυμβεί. Στο υπόσχομαι.
- Τι λες; Πάμε για κανένα καφέ να τα πούμε και λίγο;
- Φυσικά! Να γνωριστούμε και καλύτερα.
- Τέλεια! Πάμε!
Η Κλ. Χ. του Α΄4γράφει τον δικό της διάλογο ανάμεσα στις δύο φίλες:
- Γεια, Ελένη!
- Γεια, Βερόνικα!
- Μα... Γιατί είσαι σε αμαξίδιο;
- Εμμμ...
- Και γιατί δε μου το είχες πει νωρίτερα;
- Κοίτα, δε σου το έλεγα, γιατί φοβόμουν μη με παρατήσεις όπως όλες οι φίλες μου.
- Αφού οι φίλες είναι μαζί σε όλες τις καταστάσεις, και στις εύκολες και στος δύσκολες στιγμές. Και μάλιστα, τώρα που σε βλέπω από κοντά είσαι ακόμα ομορφότερη απ' ό,τι σε είχα φανταστεί.
- Συγγνώμη που δε σου το είπα, αλλά όλοι με κοιτάνε περίεργα, με κοροϊδεύουν και φοβόμουν πως θα έχανα κι εσένα.
- Μα, Ελένη μου, τις ίδιες καταστάσεις βιώνουμε με τη ρατσιστική συμπεριφορά των συνανθρώπων μας!
- Δίκιο έχεις! Πάμε να παίξουμε κανένα επιτραπέζιο;
Η Μ.Σ. του Α΄4 φαντάζεται το γράμμα της Βερόνικας στην Ελένη, αφού έχει μάθει για το κινητικό της πρόβλημα:
Αγαπητή μου Ελένη,
Αχ, να ήξερες πόσο λυπάμαι που έμαθα για το κινητικό σου πρόβλημα! Όμως, σε όποιο βήμα ακολουθήσεις, εγώ θα είμαι μαζί σου. Αύριο θα έρθω στο απίτι σου. Θα είμαστε μαζί. Θα έρθω να σε φροντίσω. Αφού εσύ δεν μπορείς να περοατήσεις, θα έρθω εγώ. Θα σου μαγειρεύω, θα σε βοηθώ να κάνεις μπάνιο, θα πηγαίνουμε βόλτες. Εγώ θα σε πηγαίνω κι εσύ θα κάθεσαι. Θα πηγαίνουμε για καφέ, για φαγητό, για ψώνια.
Τα λέμε αύριο το απόγευμα από κοντά.
Με αγάπη,
Βερόνικα
Ο κακότροπος βασιλιάς
Μια φορά και έναν
καιρό ήταν ένας βασιλιάς στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Όμως ήταν κακότροπος,
φωνακλάς, άδικος, βασάνιζε τους υπηκόους του και δεν τους έδινε φαγητό. Όποιον του
αντιμιλούσε, τον σκότωνε. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος. Ώσπου μια μέρα
συνεννοήθηκαν να φύγουν όλοι οι κάτοικοι από τη χώρα, χωρίς να τους πάρουν
είδηση. Την άλλα μέρα έψαχνε τους εργάτες του, χτυπούσε πόρτες, παράθυρα, αλλά
κανείς δεν ήταν εκεί. Θύμωσε, φώναξε και απείλησε, αλλά τίποτα.
- -Φέρτε τους πίσω, διέταξε.
- - Βασιλιά μου, δεν έρχονται, δεν αντέχουν άλλο αυτή την
συμπεριφορά.
Έκατσε και σκέφτηκε
πολύ, ήρθαν και οι σοφοί σύμβουλοι.
- -Έχουν δίκαιο βασιλιά μου οι εργαζόμενοι, το βασίλειο
ερήμωσε, τα χωράφια ξεράθηκαν, τα ζώα πέθαναν της πείνας και τα σπίτια
χορτάριασαν.
Και τότε πήρε την
μεγάλη απόφαση.
- -Καλέστε τους πίσω και θα τους δώσω ό,τι θέλουν.
Πράγματι έτρεξαν οι
ντελάληδες και τους έφεραν πίσω. Ο βασιλιάς τους μίλησε για τα δικαιώματα τους
και τους έδωσε ό,τι τους χρωστούσε. Με πολύ κέφι και χαρά άρχισαν να
εργάζονται! ι:¨﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ζσμ
τΈκαναν έναν δυνατό και
ευτυχισμένο βασιλιά και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Τα πολύτιμα μήλα
Από τον μαθητή του Γ1 Γ.Α
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος , που ζούσε σε ένα μακρινό χωριό. Εκείνος ο άνθρωπος, κάθε μέρα, περνούσε από ένα χωράφι με μηλιές και μάζευε μήλα για τα φτωχά παιδιά. Μια μέρα, ο ιδιοκτήτης του χωραφιού είδε τον άνθρωπο να μαζεύει μήλα από το χωράφι του και νόμιζε ότι τα έκλεβε. Τότε, ο ιδιοκτήτης άρχισε να φωνάζει και να κυνηγάει τον άνθρωπο, ώσπου τον έπιασε. Ο καλόκαρδος άνθρωπος του εξήγησε πως δεν κλέβει τα μήλα, αλλά τα μαζεύει για να τα δώσει στα φτωχά παιδιά. Ο ιδιοκτήτης δεν το πίστευε, ωστόσο όταν είδε τα παιδιά, όλα άλλαξαν... Από τότε ο άνθρωπος και ο ιδιοκτήτης έγιναν φίλοι και καθημερινά πήγαιναν μαζί τα μήλα στα παιδιά! Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!
«Kώστα! Βρε Κώστα! Το παλτό να πάρεις! Θα αρπάξεις καμία πούντα αν βγεις έτσι έξω!», φώναζε η Μαίρη κυνηγώντας τον μικρό Κώστα μέσα στο σπίτι. «Κώστας; Γύρισε ο Κώστας απ’ τα ξένα;!», αναφωνεί και η γριά από το αναπηρικό αμαξίδιο. «Καλά κρασιά κι εσύ, γριά σαλεμένη», μουρμουρίζει η Μαίρη και καταφέρνει τον μικρό Κώστα να βάλει το παλτό του. Μάθανε σήμερα πως μαζεύανε τα γράμματα για τους ναυτικούς και έπρεπε οσοδήποτε να φτάσει το γράμμα της στον Νίκο.
Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...