Η μαθήτρια του Α1 Ε.Α γράφει τη δική της συνέχεια της ιστορίας του Βάνκα...
Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στον
φάκελο που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα ένα καπίκι. Χαρούμενος που θα
συναντούσε τον παππού του έτρεξε να βαλει το γράμμα σε ένα από τα κουτιά που
του είχαν πει την προηγούμενη μέρα τα παιδιά του χασάπη!!!επέστρεψε όταν άρχισε
να νυχτώνει και το αφεντικό του ήταν πολύ νευριασμένο, δεν τον ένοιαζε όμως
γιατί είχε στο μυαλό του το χωριό, τον παππού του και τα σκυλιά...
Το επόμενο πρωί ο ταχυδρόμος πέρασε και μάζεψε τα
γράμματα από όλα τα γραμματοκιβώτια και άρχισε να μοιράζει τα γράμματα παντού.
Όταν έφτασε στο γράμμα του Βάνκα άρχισε να συλλογίζεται σε ποιον μπορει να
άνηκε το γράμμα…ξαφνικά θυμήθηκε το αγόρι που είχε γνωρίσει πριν κάποιες μέρες.
Επειδή το είχε συμπαθήσει θέλησε να τον βοηθήσει, είχε μάθει ότι είχε έναν και
μοναδικό συγγενή που έμενε μακριά και δεν μπορούσε να τον επισκεφτεί! Έτσι
σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα που υποτίθεται ότι το γράφει ο παππούς του και να
λέει πόσο πολύ του έχει λείψει και ότι θα ερχόταν όσο πιο γρήγορα μπορούσε
διότι δεν ήθελε να βασανίζεται.
Λίγες μέρες αργότερα....
Ο Βάνκας περίμενε με ανυπομονησία το γράμμα του παππού
του. Ώσπου κάποια μέρα ήρθε ο ταχυδρόμος! Ο Βάνκας τρελαμένος από την χαρά του
χαιρέτησε γρήγορα τον ταχυδρόμο και διάβασε το γράμμα. Καταχάρηκε και άρχισε να
ετοιμάζει τα πράγματα του. Περίμενε μέρες, μήνες και στο τέλος έχασε τις
ελπίδες του... Έμαθε από αυτό και δεν την ξαναπάτησε έτσι...
Ο μαθητής του Α1 Γ.Α δίνει τη δική του εκδοχή...
Ο Βάνκας δίπλωσε
το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στον φάκελο, που είχε αγοράσει, την
προηγούμενη μέρα, ένα καπίκι. Έπειτα, ο Βάνκας έγραψε πάνω του, τη διεύθυνση και τ’ όνομα του παραλήπτη, του παππού του! Ευτυχισμένος
και χαρούμενος ο Βάνκας, βγήκε έξω στον
δρόμο κι έψαξε για το κοντινότερο ταχυδρομικό κουτί. Όταν το είδε ενθουσιάστηκε!
Πρώτη φορά έβλεπε ταχυδρομικό κουτί! Δίστασε λίγο, αλλά τελικά πέρασε το γράμμα
του μέσα από τη χαραμάδα του κουτιού. Έτρεξε γρήγορα στο τσαγκαράδικο, για να
μην τον καταλάβει το αφεντικό του. Όταν βράδιασε, κατάκοπος ξάπλωσε στο κρεβάτι
του, αλλά ο ύπνος δεν τον έπαιρνε... Το μυαλό του συνέχεια σκεφτόταν τον παππού
του κι αν θα λάμβανε σύντομα το γράμμα του για να τον πάρει πίσω στο χωριό του.
Μία εβδομάδα πέρασε και το γράμμα έφτασε στα χέρια του παππού του. Ο παππούς
του διάβασε το γράμμα του εγγονιού του και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα πόνου
και οργής. Την επόμενη, κιόλας, ημέρα, στεναχωρημένος κι αγανακτισμένος, πήρε
ένα κάρο κι έφυγε για τη Μόσχα. Ο Κωσταντής Μακάριτς κατέφτασε στο τσαγκαράδικο
του Αλιαχίν, μάζεψε όλη του τη δύναμη και πέρασε το κατώφλι της εισόδου. Ο
Βάνκας, αμέσως, είδε τον παππού του. Έτρεξε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε με λυγμούς.
Ο παππούς του, του χάιδεψε το κεφάλι με τρυφερότητα. Χωρίς πολλά λόγια, μάζεψε
τα λιγοστά πράγματά του και ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής. Τώρα πια
κανείς δε θα τους χώριζε...