Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

 

Δ. Ψαθά, Οι πιτσιρίκοι

Ο πιτσιρίκος γράφει στο ημερολόγιό του...

                                                                                     Ιανουάριος 1942

Πρώτα από όλα πεινάω! Δεύτερον, θα γελάω κάθε φορά που θα γουργουρίζει η κοιλιά μου. Τρίτον, θα περιμένω εδώ στο  Ζάππειο γιατί δεν γυρνάω στο σπίτι νηστικός!!

 Ώπα! Να οι Γερμανοί! Τους είδα να έρχονται από μακριά...  Τώρα που σταμάτησε ο Γερμανός και κοιτά γύρω γύρω, θα του πιάσω την κουβέντα, έτσι ώστε οι φίλοι  μου να τον κλέψουμε. ΑΑ! Το βρήκα τι  θα κάνω! Θα κάνω τον χαζό! Θα κάνω ότι  πάω να ανάψω το τσιγάρο μου από το φανάρι. Ρε τι πλάκα κάνει αυτός, στα αλήθεια πιστεύει ότι είμαι χαζός. Φαίνεται ότι έχω ταλέντο στο να κάνω τον χαζό, ή μάλλον οι Γερμανοί είναι χαζοί! Αυτοί νομίζουν ότι είναι οι εξυπνότεροι από όλους τους άλλους, αλλά τα κατάφερα και τους κορόιδεψα!    

Από τον μαθητή του α1 Κ.Κ


Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2024

 

Η μαθήτρια του Α1 Ε.Α γράφει τη δική της συνέχεια της ιστορίας του Βάνκα...

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στον φάκελο που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα ένα καπίκι. Χαρούμενος που θα συναντούσε τον παππού του έτρεξε να βαλει το γράμμα σε ένα από τα κουτιά που του είχαν πει την προηγούμενη μέρα τα παιδιά του χασάπη!!!επέστρεψε όταν άρχισε να νυχτώνει και το αφεντικό του ήταν πολύ νευριασμένο, δεν τον ένοιαζε όμως γιατί είχε στο μυαλό του το χωριό, τον παππού του και τα σκυλιά...

Το επόμενο πρωί ο ταχυδρόμος πέρασε και μάζεψε τα γράμματα από όλα τα γραμματοκιβώτια και άρχισε να μοιράζει τα γράμματα παντού. Όταν έφτασε στο γράμμα του Βάνκα άρχισε να συλλογίζεται σε ποιον μπορει να άνηκε το γράμμα…ξαφνικά θυμήθηκε το αγόρι που είχε γνωρίσει πριν κάποιες μέρες. Επειδή το είχε συμπαθήσει θέλησε να τον βοηθήσει, είχε μάθει ότι είχε έναν και μοναδικό συγγενή που έμενε μακριά και δεν μπορούσε να τον επισκεφτεί! Έτσι σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα που υποτίθεται ότι το γράφει ο παππούς του και να λέει πόσο πολύ του έχει λείψει και ότι θα ερχόταν όσο πιο γρήγορα μπορούσε διότι δεν ήθελε να βασανίζεται.

Λίγες μέρες αργότερα....

Ο Βάνκας περίμενε με ανυπομονησία το γράμμα του παππού του. Ώσπου κάποια μέρα ήρθε ο ταχυδρόμος! Ο Βάνκας τρελαμένος από την χαρά του χαιρέτησε γρήγορα τον ταχυδρόμο και διάβασε το γράμμα. Καταχάρηκε και άρχισε να ετοιμάζει τα πράγματα του. Περίμενε μέρες, μήνες και στο τέλος έχασε τις ελπίδες του... Έμαθε από αυτό και δεν την ξαναπάτησε έτσι...

Ο μαθητής του Α1 Γ.Α δίνει τη δική του εκδοχή...

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στον φάκελο, που είχε αγοράσει, την προηγούμενη μέρα, ένα καπίκι. Έπειτα, ο Βάνκας έγραψε πάνω του, τη διεύθυνση  και τ’ όνομα του παραλήπτη, του παππού του! Ευτυχισμένος και χαρούμενος ο Βάνκας, βγήκε έξω στον  δρόμο κι έψαξε για το κοντινότερο ταχυδρομικό κουτί. Όταν το είδε ενθουσιάστηκε! Πρώτη φορά έβλεπε ταχυδρομικό κουτί! Δίστασε λίγο, αλλά τελικά πέρασε το γράμμα του μέσα από τη χαραμάδα του κουτιού. Έτρεξε γρήγορα στο τσαγκαράδικο, για να μην τον καταλάβει το αφεντικό του. Όταν βράδιασε, κατάκοπος ξάπλωσε στο κρεβάτι του, αλλά ο ύπνος δεν τον έπαιρνε... Το μυαλό του συνέχεια σκεφτόταν τον παππού του κι αν θα λάμβανε σύντομα το γράμμα του για να τον πάρει πίσω στο χωριό του. Μία εβδομάδα πέρασε και το γράμμα έφτασε στα χέρια του παππού του. Ο παππούς του διάβασε το γράμμα του εγγονιού του και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα πόνου και οργής. Την επόμενη, κιόλας, ημέρα, στεναχωρημένος κι αγανακτισμένος, πήρε ένα κάρο κι έφυγε για τη Μόσχα. Ο Κωσταντής Μακάριτς κατέφτασε στο τσαγκαράδικο του Αλιαχίν, μάζεψε όλη του τη δύναμη και πέρασε το κατώφλι της εισόδου. Ο Βάνκας, αμέσως, είδε τον παππού του. Έτρεξε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε με λυγμούς. Ο παππούς του, του χάιδεψε το κεφάλι με τρυφερότητα. Χωρίς πολλά λόγια, μάζεψε τα λιγοστά πράγματά του και ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής. Τώρα πια κανείς δε θα τους χώριζε...

 


Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

 Από την Ερωφίλη και τον Πανάρετο στο αγαπημένο μεσαιωνικό ζευγάρι, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα... Και μετά... ένα μικρό αφιέρωμα στον  Σαίξπηρ από τη μαθήτρια του Γ2 Α.Λ...






 

Μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας από τον μαθητή του Α1 Ε. Α


...Έβαλε το γράμμα στον φάκελο, του έβαλε ένα γραμματόσημο κι έγραψε πάνω του:

«Οδός Λέων του Ίσαυρου 3, Σμόλενσκ, Ρωσία».Πήγε στο κοντινότερο κουτί, έριξε τον φάκελο μέσα και γύρισε στο μαγαζί.Μία μέρα αργότερα, ο παππούς του μπήκε μέσα στο μαγαζί φωνάζοντας.

-      Βάνκα! Πού είσαι παιδί μου;

-      Εδώ παππού!

-      Έλα, ήρθα να σε πάρω.

     Μπήκαν  μέσα στη άμαξα με την οποία είχε έρθει ο παππούς, κι έφυγαν μακριά από το αφεντικό του Βάνκα, το οποίο κοιμόταν βαθιά, χωρίς να ξέρει πως έχασε έναν πολύτιμο βοηθό...

 

 Ο Βάνκας έτρεξε στο κοντινότερο κουτί και πέρασε το πολύτιμο μήνυμά του στη χαραμάδα...

Μαζί με τ' άλλα γράμματα...

Τι απέγινε όμως το γράμμα του Βάνκα..; 

Ο μαθητής του Α1 Γ.Α, εκφράζει τις σκέψεις του μέσα από μια ζωγραφιά...




Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Με αφορμή τα "Κόκκινα Λουστρίνια" της Ειρήνης Μάρρα

 


'Εδωσε τα λουστρινένια γοβάκια στην αδελφή. Τις άξιζαν. Το' νιωθε πως της άξιζαν...

Η αδελφή του μικρού τσαγκάρη, καταγράφει στο ημερολόγιό της τις σκέψεις και τα συναισθήματά της...


Από τη μαθήτρια του Α2 Α. Μ.


Αγαπητό μου ημερολόγιο ,

         Μία απλή και συνηθισμένη μέρα άρχισε για εμένα σφουγγαρίζοντας τα πατώματα και κάνοντας δουλειές . Ο αδερφός μου έλειπε όπως είχε πει πήγε στο τσαγκαράδικο εκεί που δούλευε τελευταία . Εγώ πιστεύω πάντως πως έχει βρει κοπέλα σαν ερωτευμένος συμπεριφέρεται. Ελπίζω να μην είναι καμία πλούσια όπως η κόρη του δασκάλου που η καρδιά του χτυπούσε γι’ αυτή εδώ και χρόνια.

        Για να μην τα πολυλογώ η μέρα κυλούσε φυσιολογικά ώσπου έφθασε η ώρα του φαγητού. Όλοι είμασταν μαζί , εγώ ετοίμαζα τα φαγητά και οι άλλοι καθόντουσαν εκτός από τη μητέρα που με βοηθούσε. Ξαφνικά με φωνάζει ο αδερφός μου , εγώ σήκωσα το κεφάλι αλλά δεν του απάντησα γιατί φαινόταν σαν να συλλογιζόταν κάτι και δεν ήθελα να τον ενοχλήσω. Στο φαγητό ήταν πολύ ήσυχος τίποτα δεν έλεγε μήπως είχε πάθει τίποτα; Στη συνέχεια τελειώσαμε το φαγητό και εγώ μάζευα το τραπέζι.  Πρόσεξα τον αδερφό μου που με κοίταζε. Τι να ήθελε άραγε; Με είχε αγχώσει. Έπειτα με πλησιάζει κρατώντας ένα κουτί. Μου το δίνει το ανοίγω και τι να δω; Ένα ζευγάρι ολοκαίνουρια κόκκινα λουστρίνια. Eίχα συγκινηθεί πολύ.

        Ο αδερφός ,μου είναι υπέροχος. Εκτός από ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια μου έδωσε θάρρος , αποφασιστικότητα και αγάπη. Με έκανε να νιώσω ξεχωριστή και ιδιαίτερη. Το κυριότερο όμως που μου έδωσε είναι δύναμη να σταθώ στα πόδια μου.

Από τη μαθήτρια του Α1 Α.Α

Αγαπητό μου ημερολόγιο, 

Σήμερα ο αδελφός μου, μού έκανε δώρο κάτι πανέμορφα λουστρίνια που το  χρώμα τους ήταν κόκκινο. Το αγαπημένο μου! Όταν μου τα έδωσε, ένιωσα τόσο χαρούμενη, ενθουσιασμένη, ευτυχισμένη! Όταν όμως μου εξήγησε και τον λόγο που τα έδωσε σε μένα, σκέφτηκα πόσο πολύ με αγαπάει και με νοιάζεται...Τον αγαπώ πολύ τον αδελφό μου.. Μετά από αυτό το δώρο, νιώθω γεμάτη από αγάπη και χαρά!

Ο νεαρός τσαγκάρης δίνει τα κόκκινα λουστρίνια στην αδελφή του... Κι ακολουθεί ένας τρυφερός διάλογος, όπως τον φαντάστηκε η μαθήτρια του Α2 Κ.Μ

-Αυτά τα παπούτσια είναι για εσένα...

-Μα τη λες ποια παπούτσια...για εμένα ;

-Ναι ,αδελφούλα μου, για εσένα! Σου αξίζουν το ξέρω.

-Δηλαδή αυτά τα όμορφα κόκκινα παπούτσια που κρατάς είναι για εμένα ;

-Ναι. Βλέπω πόσο σκληρά δουλεύεις κάθε μέρα και εξάλλου δεν έχεις κανένα καλό ζευγάρι παπούτσια έτσι σκέφτηκα να σου τα δώσω..

-Αλήθεια ! Δεν ξέρω τι να πω, ένα ευχαριστώ δεν είναι αρκετό αυτή την στιγμή....Ξέρω πόσο σκληρά δούλεψες γι' αυτά τα παπούτσια....και πραγματικά σε ευχαριστώ πολύ που μου τα έδωσες, αδελφούλη μου!

-Έλα τώρα, ένα ζευγάρι παπούτσια είναι μονάχα...

-Για εμένα όμως ένα ζευγάρι παπούτσια είναι κάτι πολύ παραπάνω. Μου φτάνει μόνο που μου τα έδωσες εσύ. Να ξέρεις πως ακόμα και οι πιο μικρές πράξεις μπορούν να κάνουν τον άλλον και το πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο...


Κι άλλος ένας διάλογος ανάμεσα στο τσαγκαρόπουλο και την αδελφή του, από τον μαθητή του Α1 Α.Α

Το τσαγκαρόπουλο συζητάει με την αδελφή του:

- Αδελφούλα, ξέρεις ότι σε αγαπώ πολύ.. Γι' αυτό σου χαρίζω αυτό το ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια!

- Ααααα! Τι τέλεια! Τι όμορφαα!

- Ξέρεις... τα έφτιαξα για την κόρη του δασκάλου, που την αγαπώ. 

- Εεεε, τότε να της τα δώσεις!

- Όχι! Το αποφάσισα! Σε σένα ανήκουν! Εσύ τα χρειάζεσαι, εκείνη έχει πολλά ζευγάρια!

- Αφού το σκέφτηκες έτσι... Σ' ευχαριστώ πολύ! Πράγματι, μου αρέσουν πολύ! Είσαι ο καλύτερος αδελφός!


Kι αν το διήγημα είχε μια διαφορετική εξέλιξη...; Σταματάμε την ανάγνωση και αφηγούμαστε τη δική μας εκδοχή...

Η κόρη του δασκάλου θα χαιρότανε για το δώρο του, θα τον συμπάθαγε, κι άμα τον συμπάθαγε, ποιος ξέρει...

Η εκδοχή της μαθήτριας του Α1 Ν.Δ

Ήταν Σάββατο απόγευμα, όταν ο μικρός τσαγκάρης τελείωσε νωρίς την δουλειά και επέστρεψε σπίτι κρατώντας στο χέρι του το κουτί με τα κόκκινα λουστρίνια. Αποφάσισε να πάρει τον δρόμο που περνούσε μπροστά από το σπίτι του δασκάλου. Ήξερε πως κάποιες φορές έβγαινε μονάχη στον δρόμο και μάζευε λουλούδια για να τα βάλει σε μεγάλα γυάλινα βάζα ή να φτιάξει στεφάνια. Μπορεί λοιπόν να ήταν τυχερός και να την έβλεπε. Όταν έφτασε έξω από το σπίτι της τα πόδια του έτρεμαν, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ώσπου ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και η όμορφη κοπέλα βγήκε έξω. Μόλις την αντίκρισε, η καρδιά του φτερούγησε και ένα γλυκό μούδιασμα διέτρεξε όλο του το κορμί.

-      -Γειά σου μικρέ τσαγκάρη! Είπε η κοπέλα με την γλυκιά φωνή της. Εκείνος σάστισε και άρχισε να της λέει ασυνάρτητες λέξεις, η φωνή του κόμπιασε.

-      -Χα χα! Τι έπαθες; Γιατί μιλάς έτσι;

-      -Συγνώμη! είπε ο μικρός τσαγκάρης. Με ξάφνιασες δεν περίμενα να με θυμάσαι.

-      -Σε θυμάμαι! αφού έρχεσαι κάθε μέρα σπίτι μας!Τέλος πάντων τώρα πρέπει να φύγω γιατί με περιμένει η θεία μου.

-      -Γεια σου!

-      -Γεια σου και σένα! Απάντησε το τσαγκαρόπουλο.

Σ     Σαν να ζούσε ένα όνειρο ένιωθε, έμεινε ακίνητος για για λίγα λεπτά, δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι την είδε και τον  θυμόταν. Έτσι λοιπόν, άρχισε να περπατάει γρήγορα

η    Η κρίσιμη μέρα έφτασε τύλιξε τα παπούτσια, τα έβαλε σε ένα όμορφο κουτί και προς το απόγευμα φόρεσε τα καλά του και ήταν έτοιμος να πάει να την συναντήσει. Όταν έφτασε στο σπίτι της κοπέλας την είδε να φιλάει ένα άλλο αγόρι, αμέσως έτρεξε στο τσαγκαράδικο με δακρυσμένα μάτια και την καρδιά του ραγισμένη. Ο μικρός τσαγκάρης λοιπόν έβαλε τα κόκκινα λουστρίνια πίσω στην βιτρίνα και συνέχισε τη δουλειά του.

Μ     Μετά  από λίγες μέρες και αφού άρχισε να απομακρύνεται η θλίψη από τον μικρό τσαγκάρη μια κοπέλα πήγε στο τσαγκαράδικο για να αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια, η κοπέλα  μόλις είδε τα κόκκινα λουστρίνια τα λάτρεψε και το αγόρι ένιωσε πολύ περήφανο. Από εκείνη τη μέρα άρχισαν να μιλάνε και έγιναν πολύ καλοί φίλοι ώσπου μια μέρα παντρεύτηκαν και έκαναν  τέσσερα πανέμορφα παιδιά!

Η εκδοχή της μαθήτριας του Α1 Η. Α

Ο νεαρός τσαγκάρης πήγε την επόμενη μέρα με τη μητέρα του στο σπίτι του δασκάλου, έχοντας τυλίξει τα κόκκινα λουστρίνια με ένα όμορφο γυαλιστερό περιτύλιγμα. Γεμάτος ανυπομονησία, περίμενε την κοπέλα να φανεί...

Μόλις την είδε έτρεξε κοντά της και της πρόσφερε το δώρο του, λέγοντάς της πως την εκτιμά πολύ και γι' αυτό το έχει φτιάξει μοναχός του. Η κόρη χαμογέλασε και γεμάτη περιέργεια άνοιξε το δώρο της. Μόλις είδε τα γοβάκια, ξετρελάθηκε κι αμέσως τα φόρεσε. "Τι όμορφα που είναι!" φώναζε. "Σ΄ευχαριστώ πάρα πολύ! Σου αξίζει ένα καλό κέρασμα! Πάμε στην κουζίνα να σε κεράσω γλυκό του κουταλιού κεράσι που έφτιαξε χθες η μαμά!"

Εκείνη τη στιγμή όμως έφτασε ο πατέρας της στο σπίτι και τους διέκοψε. "Για πού το' βαλες νεαρέ;" ρώτησε. "Να ξέρετε εγώ... ήθελα να πω κάτι στη μητέρα μου..." "Θα της το πεις το απόγευμα, όταν γυρίσει σπίτι!" του απάντησε αυστηρά.

Ο νεαρός τσαγκάρης έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε... 

Κι αν το διήγημα συνεχίζεται..;   

Η εκδοχή της μαθήτριας του Α1 Γ.Β

Μετά από λίγες μέρες, ο τσαγκάρης ανοίχτηκε στην αδελφή του και της είπε όλη την αλήθεια. Τότε εκείνη έμεινε έκπληκτη. Είπε στον αδελφό της ότι ήταν λάθος από πλευράς του, ότι έπρεπε αυτά τα υπέροχα παπούτσια να τα έδινε στην κόρη του δασκάλου, αφού είχε αισθήματα για κείνη.. Κι αυτή... δεν είχε πρόβλημα να παραμείνει με τα παπούτσια που ήδη είχε. 

Ύστερα από λίγη ώρα, ο μικρός τσαγκάρης κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του για να σκεφτεί κάτι πιο δίκαιο για όλους.  Ξαφνικά του ήρθε η ιδέα να κατασκευάσει άλλο ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια για να έχουν και οι δύο κοπέλες, μιας και του είχε περισσέψει λίγο δέρμα. 

Πέρασε λίγος καιρός και τα παπούτσια ήταν έτοιμα για εκεί που προορίζονταν. Ο τσαγκάρης ήταν πια έτοιμος να δώσει το ζευγάρι αυτό στην κόρη του δασκάλου. Έδωσε τα κόκκινα λουστρίνια και η κοπέλα ενθουσιάστηκε! Τον ευχαρίστησε για τον κόπο του και το όμορφο δώρο του.. Έπειτα από λίγους μήνες παντρεύτηκαν και έζησαν ευτυχισμένοι!

 

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

Με αφορμή τη "Νέα Παιδαγωγική" του Νίκου Καζαντζάκη διαβάσαμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Λετίσια Κολομπανί "Η πλεξούδα"

Ο μικρός Νίκος πηγαίνει για πρώτη φορά στο δημοτικό σχολείο κάπου στην Κρήτη "σαν ένα καταστολισμένο σφαγάρι και νιώθει μέσα του περφάνια και φόβο. Μα το χέρι του είναι σφηνωμένο βαθιά στη φούχτα του πατέρα του και αντρειεύεται". 

Σε ένα άλλο χωριό, πολύ μακριά, στην Ινδία, η μικρή Λαλίτα, ακολουθώντας το όνειρο της μητέρας της Σμίτα, στον δρόμο για την πρώτη μέρα της στο σχολείο "σηκώνει τα μάτια της προς τη μητέρα της, ανήσυχη: δεν είναι τα φορτηγά που την τρομάζουν, αλλά αυτός ο καινούργιος κόσμος, άγνωστος στους γονείς της, μέσα στον οποίο θα πρέπει να μπει μόνη της."

Η Σμίτα δεν έχει πατήσει ποτέ το πόδι της στο σχολείο. Εδώ, στο Μπαντλαπούρ[1], οι άνθρωποι σαν κι αυτή δεν πάνε σχολείο. Η Σμίτα είναι μια Ντάλιτ. Μια ανέγγιχτη. Ανήκει σ’  εκείνους που ο Γκάντι[2] αποκαλούσε «παιδιά του Θεού». Εκτός κάστας[3], εκτός συστήματος, εκτός όλων. Ένα είδος από μόνο του, που θεωρείται μιασμένο[4] για να έρχεται σε επαφή με άλλα είδη, ένα ελεεινό απόβλητο που οι άλλοι φροντίζουν να κρατάνε σε απόσταση, χώρια, όπως την ήρα από το στάρι. Είναι εκατομμύρια οι άνθρωποι σαν τη Σμίτα που ζουν έξω από τις πόλεις, έξω από την κοινωνία, στην περιφέρεια της ανθρωπότητας.

Κάθε πρωί την ίδια δουλειά. Πλένει το πρόσωπό της και τα πόδια της με νερό που έχει φέρει από την προηγούμενη μέρα από το πηγάδι που προορίζεται αποκλειστικά για εκείνους, τους Ντάλιτ. Κι έπειτα παίρνει το πλεκτό καλάθι της από βούρλα[5], το καλάθι αυτό που κουβαλούσε η μητέρα της πριν από εκείνη και που της φέρνει αναγούλα μονάχα που το βλέπει και πηγαίνει να καθαρίσει τους καμπινέδες των πλούσιων σπιτιών. Το καλάθια αυτό είναι ο γολγοθάς[6] της. Μια κατάρα. Μια τιμωρία [ … ]. Είναι το ντάρμα της, το καθήκον της, η θέση της σε τούτο τον κόσμο. Μια δουλειά που περνάει από μάνα σε κόρη. [ … ]

Όμως το σημερινό πρωινό δεν είναι σαν τ’  άλλα. Η Σμίτα έχει πάρει μια απόφαση που της φάνηκε επιβεβλημένη και αυτονόητη: η κόρη της θα πάει σχολείο. Δυσκολεύτηκε κάπως να πείσει τον Ναγκαράτζαν. Ποιο το όφελος; της είπε. Ίσως μάθει να διαβάζει και να γράφει, αλλά κανείς εδώ δεν πρόκειται να της δώσει δουλειά. Όποιος γεννήθηκε να είναι «σκουπιδιάρης» αυτό θα κάνει μέχρι να πεθάνει. Είναι μια κληρονομιά, ένας κύκλος απ’  όπου κανένας δεν μπορεί να βγει.

Η Σμίτα δεν το ‘βαλε κάτω. Του ξαναμίλησε την επόμενη μέρα, και τη μεθεπόμενη και τις άλλες. Η Λαλίτα πρέπει να πάει σχολείο. Μπροστά στο πείσμα της, o Ναγκαράτζαν στο τέλος υποχωρεί. Καλώς. Θα πάει στο σχολείο του χωριού∙ θα μιλήσει ο ίδιος στον Βραχμάνο[7].

Η κόρη μου θα μάθει να διαβάζει και να γράφει, λέει μέσα της, κι αυτή η σκέψη της δίνει χαρά.

Ναι, σήμερα είναι μια μέρα που θα τη θυμάται σ’  όλη της τη ζωή.

[ … ] Η μέρα έφτασε. Η Σμίτα νιώθει πολύ περήφανη μπροστά στην κόρη της που θα γίνει μαθήτρια. Μπορεί να μην έχει να φάει, αλλά θα μάθει να διαβάζει, λέει μέσα της και της πιάνει το χέρι οδηγώντας την προς τον μεγάλο δρόμο. Θα τη βοηθήσει να περάσει απέναντι – εδώ, από το πρωί, περνάνε αμέτρητα φορτηγά τρέχοντας με μεγάλη ταχύτητα, και δεν υπάρχει σηματοδότηση ούτε διάβαση πεζών.

Την ώρα που προχωράνε, η Λαλίτα σηκώνει τα μάτια της προς τη μητέρα της, ανήσυχη: δεν είναι τα φορτηγά που την τρομάζουν, αλλά αυτός ο καινούργιος κόσμος, άγνωστος στους γονείς της, μέσα στον οποίο θα πρέπει να μπει μόνη της. Η Σμίτα διαισθάνεται το παρακλητικό βλέμμα της κόρης της. Θα ήταν παρα πολύ εύκολο να πάρουν το δρόμο προς τα πίσω, να πιάσουν το καλάθι από βούρλα και να πάνε μαζί για δουλειά. Όχι όμως: δε θέλει να δει τη Λαλίτα να κάνει αυτή τη δουλειά. Η κόρη της θα πάει σχολείο. Θα μάθει ανάγνωση, γραφή και αριθμητική.

Να’ σαι προσεκτική.

Υπάκουη.

Ν’ ακούς τον δάσκαλό σου.

Το κοριτσάκι μοιάζει χαμένο ξαφνικά, τόσο εύθραυστο, που η Σμίτα θέλει να το πάρει στην αγκαλιά της και να μην το ξαναφήσει ποτέ πια. Πρέπει όμως να παλέψει ενάντια σ’  αυτή την παρόρμηση, να πιέσει τον εαυτό της. Ο δάσκαλος είπε «σύμφωνοι» όταν ο Ναγκαράτζαν πήγε να τον βρει. Κοίταξε το κουτί όπου η Σμίτα είχε μαζέψει όλες τους τις οικονομίες – κέρματα που έβαζε στην άκρη ένα ένα, μήνες ολόκληρους, γι’  αυτό τον σκοπό. Η Σμίτα το ξέρει, όλα έτσι λειτουργούν. Το χρήμα είναι μέσο πειθούς εδώ.

Διασχίζουν τον δρόμο και ξάφνου έρχεται η στιγμή, εδώ και τώρα, να αφήσει το χέρι της κόρης της φτάνοντας στην απέναντι μεριά. Η Σμίτα θα ‘θελε τόσο πολύ να της πει: Πρέπει να ‘σαι χαρούμενη, δε θα ζήσεις τη δική μου ζωή, θα είσαι υγιής, δε θα βήχεις όπως εγώ, θα ζήσεις καλύτερα και πιο πολλά χρόνια, θα σε σέβονται, θα έχεις αξιοπρέπεια. Κανείς δε θα σου πετάει αποφάγια σαν να ‘σαι σκυλί. Ποτέ πια δε θα ξανασκύψεις το κεφάλι, ούτε θα χαμηλώσεις τα μάτια. Αλλά δεν ξέρει πώς να εκφραστεί, πώς να πει στην κόρη της όλα αυτά που ελπίζει για εκείνη, τα λίγο τρελά της όνειρα, πώς να της πει γι’  αυτή την πεταλούδα που πεταρίζει στο στομάχι της.

Έτσι λοιπόν, σκύβει απλώς προς το μέρος της και της λέει: Πήγαινε.

απόσπασμα από το μυθιστόρημα

Η πλεξούδα, Λετίσια Κολομπανί, εκδόσεις Πατάκη




[1] Μπαντλαπούρ = περιοχή στην Ινδία

[2] Μαχάτμα Γκάντι = πνευματικός ηγέτης της Ινδίας, και του κινήματος για την ανεξαρτησία της από την Αγγλία

[3] κάστα = κοινωνική τάξη της Ινδίας. Στην κατώτερη κοινωνική τάξη ανήκουν οι Ντάλιτ, οι παρίες ή αλλιώς ανέγγιχτοι. Θεωρούνται μιασμένοι, γι’ αυτό και δεν τους αγγίζει στην κυριολεξία κανείς, για να μη μολυνθεί. Ζουν σε άθλιες συνθήκες. Οι Σμίτα και η Λαλίτα ανήκουν στους Ντάλιτ

[4] μιασμένο = μολυσμένο

[5] βούρλο = φυτό που μοιάζει με τα καλάμια

[6] γολγοθάς = (μτφ) βασανιστήριο

[7] βραχμάνος = ιερείς της ανώτερης κάστας. Διδάσκουν στα παιδιά ανάγνωση και τα ιερά βιβλία της ινδουιστικής θρησκείας


Οι μαθητές έγραψαν για τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Λαλίτα στον δρόμο προς το σχολείο.

Η Μ.Π. από το Α΄4 γράφει:

    Σήμερα γίνεται κάτι αδιανόητο! Ποια; Εγώ, μια μικρή ντάλιτ πάω σχολείο. Και χωρίς καμιά σκέψη περπατώ στο δρόμο προς το σχολείο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα! Πώς εγώ μπορώ να πάω στο σχολείο; Δε γίνεται αυτό! Η μαμά όμως, γιατί δε θέλει να γίνω κι εγώ καθαρίστρια; Αυτή είναι η μοίρα μου! Είμαι μια ντάλιτ. Φοβάμαι. Θα με αποδεχθούν τα άλλα παιδιά ή μήπως θα με κοροϊδεύουν; Και οι ασκήσεις; Θα είναι εύκολες; Ο δάσκαλος; 

    Φτάσαμε! Τώρα πια δεν μπορώ να κάνω πίσω. Δεν πρέπει να κάνω πίσω. Πρέπει να δικαιώσω τη μαμά μου και να δείξω τον πραγματικό μου εαυτό. Η μαμά πιστεύει σε μένα. Δε θα έχει κάποιο λόγο; 

Η μαθήτρια του Α1 Α.Α γράφει: 

Καθώς περπατάω για να πάω στο σχολείο, νιώθω σα χαμένο παιδί, εύθραυστο και γεμάτη αμφιβολία για τον εαυτό μου. Διαισθάνομαι το προκλητικό βλέμμα των ανθρώπων. Σκέφτομαι να παλέψω ενάντια στον πόνο και στον φόβο μου. Φτάνω στο σχολείο...νιώθω όμως όλο και πιο αμήχανα...

Η μαθήτρια του Α2 Ε.Π γράφει: 

Πηγαίνοντας στο σχολείο, τα συναισθήματά μου ήταν ανάμεικτα...Αρχικά προχωρούσα με τη μητέρα μου  και ήμουν πολύ ανήσυχη. Δεν ήταν τα φορτηγά  που με τρόμαζαν, αλλά ο καινούριος κόσμος μέσα στον οποίο θα έπρεπε να μπω μόνη μου. Η μαμά μου διαισθάνεται το παρακλητικό βλέμμα μου. θα ήταν πολύ εύκολο να ξαναγυρίσουμε πίσω και να πάμε πάλι στη δουλειά. Αλλά δεν ήθελε να κάνω αυτή τη δουλειά. Η μαμά μου, μου λέει να είμαι υπάκουη και προσεκτική...Ξαφνικά όμως τα έχασα! Ήμουν τόσο αγχωμένη...έπρεπε όμως να παλέψω! Η μαμά μου ένιωθε περήφανη για μένα, που θα μάθω γράμματα και δε θα γίνω σαν κι αυτή....

Η μαθήτρια Ε.Σ. του Α΄4 γράφει: 

Χωρίς να το καταλάβω, έφτασε η πρώτη μέρα του σχολείου. Εγώ, ένα μικρό παιδί που δεν έχει πάει ποτέ σχολείο, βρίσκομαι ξαφνικά στον δρόμο για την πρώτη μέρα του σχολείου, χωρίς καμιά σκέψη. Αναρωτιόμουν γιατί εγώ έπρεπε να πάω σχολείο, είμαι μια μικρή Ντάλιτ και η μοίρα μου είναι να γίνω καθαρίστρια όπως η μαμά μου. Όμως, η μαμά μου δε θέλει να κάνω κι εγώ την ίδια δουλειά. Σήκωσα τα μάτια και κοίταξα τη μητέρα μου ανήσυχη, γιατί με τρόμαζε ο καινούργιος κόσμος. Ήταν η πρώτη μου φορά σε ένα άγνωστο περιβάλλον, στο οποίο θα ήμουν μόνη μου. Όλοι θα με κοροϊδεύουν. Είδα όμως, πόσο δύσκολο ήταν και για εκείνη και αποφάσισα ότι θα τα καταφέρω για να κάνω τη μητέρα μου περήφανη και να της ξεπληρώσω όλους τους κόπους.

Ήρθε η στιγμή. Η μαμά μού είπε να είμαι προσεκτική και υπάκουη. 

Άφησα το χέρι της μαμάς, ενώ εκείνη μου έλεγε: "Πήγαινε!"

Η Μ. Κ., μαθήτρια του Α΄3 γράφει:

Ωραία, αυτό είναι, ήρθε το τέλος μου! Τι θα κάνω; Δεν ξέρω καν τι είναι το σχολείο και τώρα πρέπει να πάω εκεί και να μείνω έξι ώρες! Τι θα πιστεύουν τα άλλα παιδιά για μένα που είμαι μια ντάλιτ; 

Αλλά και το σχολείο, θα είναι τόσο καθαρό και όμορφο και τα παιδιά τόσο καλοντυμένα, ένω εγώ θα είμαι σαν ένα μικρό σκουπίδι ανάμεσά τους. Είμαι σίγουρη ότι όλοι τους θα με κοιτάνε περίεργα ... λες και είμαι καμιά δολοφόνος.

Τι θα γίνει άραγε όταν μπω στην τάξη; Τι θα μάθω; Θα με αποδεχτούν; Θα κάνω φίλους; 

Ήρθε η ώρα. Ήρθε η ώρα να αφήσω τη μητέρα μου και να πάω μέσα. Θα μου πει κάτι; Γιατί με κοιτάει τόσο φοβισμένη λες και κάτι κακό θα συμβεί εκεί μέσα; Είναι όλα τόσο μπερδεμένα μέσα στο μυαλό μου! Θέλω όλα να πάνε καλά και να αλλάξω τη μοίρα των ντάλιτ!

Ένα διαφορετικό τέλος

Από την μαθήτρια του Γ2 Σ.Ν. Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση επήγε «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα, τί όλον τον κόσμο ανείγει...